Παρά τις νέες αμερικανικές κυρώσεις, εκατομμύρια βαρέλια ιρανικού πετρελαίου εξακολουθούν να φτάνουν στην αγορά μέσω ενός παράλληλου ναυτιλιακού δικτύου στη Νοτιοανατολική Ασία. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι μεταφορές από πλοίο σε πλοίο στα ανοικτά της Μαλαισίας και μια ολόκληρη αγορά υπηρεσιών που τροφοδοτεί τον λεγόμενο «σκιώδη στόλο».
Η προσπάθεια της Ουάσινγκτον να περιορίσει τις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου περνά σε ένα δυσκολότερο πεδίο: όχι μόνο τα ίδια τα δεξαμενόπλοια, αλλά και τις επιχειρήσεις που τους παρέχουν καύσιμα, επισκευές, πληρώματα, προμήθειες και άλλες ναυτιλιακές υπηρεσίες. Έρευνα των New York Times καταγράφει πώς έχει δημιουργηθεί στα ανοικτά της Μαλαισίας μια παράλληλη οικονομία που επιτρέπει στον ιρανικό «σκιώδη στόλο» να συνεχίζει τη δραστηριότητά του.
Κομβικό σημείο είναι η θαλάσσια περιοχή Eastern Outer Port Limits (EOPL), περίπου 45 μίλια από τις ανατολικές ακτές της πολιτείας Τζοχόρ. Βρίσκεται εκτός των χωρικών υδάτων της Μαλαισίας, λίγο μετά τα στενά της Μαλάκα, έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους για τη μεταφορά πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή προς την Ανατολική Ασία. Παρότι η περιοχή βρίσκεται εντός της ευρύτερης αποκλειστικής οικονομικής ζώνης της Μαλαισίας, οι αρχές σπάνια παρεμβαίνουν, επικαλούμενες περιορισμούς δικαιοδοσίας και πρακτικές δυσκολίες επιτήρησης.
Εκεί πραγματοποιούνται όλο και συχνότερα μεταφορές ship-to-ship (STS), κατά τις οποίες το φορτίο μεταφέρεται από ένα δεξαμενόπλοιο σε άλλο στη θάλασσα. Η πρακτική είναι νόμιμη και συνηθισμένη στη διεθνή πετρελαϊκή βιομηχανία, όμως χρησιμοποιείται από τον ιρανικό στόλο για τη μεταφορά και πώληση πετρελαίου που υπόκειται σε αμερικανικές κυρώσεις. Τα φορτία καταλήγουν κυρίως σε μικρά κινεζικά διυλιστήρια, γνωστά ως "teapots", τα οποία αγοράζουν ιρανικό πετρέλαιο με μεγάλες εκπτώσεις.
Για να δυσκολέψουν την παρακολούθησή τους, τα δεξαμενόπλοια χρησιμοποιούν ψευδείς σημαίες, παραποιούν ή απενεργοποιούν τα συστήματα εντοπισμού τους και σε ορισμένες περιπτώσεις καλύπτουν ακόμη και τα ονόματα και τα άλλα αναγνωριστικά στοιχεία τους. Ο στόλος αποτελείται συχνά από παλαιότερα πλοία με αμφίβολη ασφαλιστική κάλυψη, αυξάνοντας παράλληλα τους κινδύνους για την υπόλοιπη ναυτιλιακή αγορά.
Ωστόσο, τα πλοία αυτά χρειάζονται τις ίδιες υπηρεσίες με κάθε άλλο δεξαμενόπλοιο. Καύσιμα, ανταλλακτικά, τρόφιμα και νερό για τα πληρώματα, επισκευές, μικρότερα σκάφη υποστήριξης και μεγάλα πλωτά προστατευτικά «μαξιλάρια» που εμποδίζουν τη σύγκρουση των δεξαμενόπλοιων κατά τις STS μεταφορές συνθέτουν μια ολόκληρη αγορά. Στην Τζοχόρ, όπου λειτουργούν δύο μεγάλα λιμάνια και αναπτύσσεται εκτεταμένος ναυτιλιακός κλάδος, αρκετές επιχειρήσεις εμφανίζονται πρόθυμες να αναλάβουν αυτές τις εργασίες, καθώς αποφέρουν υψηλότερα κέρδη και σε ορισμένες περιπτώσεις πληρώνονται σε μετρητά.
Ιδιαίτερη ζήτηση υπάρχει για έμπειρους πλοιάρχους από τη Μαλαισία, τη Σιγκαπούρη και την Ινδονησία, οι οποίοι γνωρίζουν τα ρεύματα της περιοχής και μπορούν να λειτουργήσουν ως mooring masters, καθοδηγώντας τα τεράστια πλοία ώστε να ευθυγραμμιστούν με ακρίβεια για τη μεταφορά του πετρελαίου. Ορισμένες εταιρείες αρνούνται τέτοιες εργασίες, ακόμη και όταν οι προτάσεις συνοδεύονται από πληρωμές σε κρυπτονομίσματα, όμως τα υψηλά περιθώρια κέρδους δημιουργούν κίνητρο για άλλους να αναλάβουν το ρίσκο.
Η Ουάσινγκτον επιχειρεί πλέον να χτυπήσει ακριβώς αυτό το δίκτυο. Τον Αύγουστο, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ ανακοίνωσε νέες ευρείες κυρώσεις που περιλαμβάνουν, πέρα από τα πλοία και τους ιδιοκτήτες τους, μεσίτες πλοίων, παρόχους υπηρεσιών ανεφοδιασμού και χρηματοπιστωτικούς διαμεσολαβητές. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει υιοθετήσει, όπως δήλωσε ο Μπέσεντ, πολιτική «μηδενικών διαρροών», επιδιώκοντας να κλείσει τα κενά που επιτρέπουν στο ιρανικό πετρέλαιο να φτάνει στην αγορά.
Οι αμερικανικές κυρώσεις μπορούν να αποδειχθούν ιδιαίτερα επώδυνες για εταιρείες εκτός ΗΠΑ, καθώς η απώλεια πρόσβασης στο δολαριακό σύστημα μπορεί να δυσκολέψει πληρωμές, προμήθειες και πρόσβαση σε περιουσιακά στοιχεία. Παρ' όλα αυτά, αναλυτές αμφισβητούν κατά πόσο η νέα στρατηγική θα περιορίσει ουσιαστικά τις εξαγωγές. Το Ιράν έχει επί δεκαετίες αναπτύξει δίκτυα που προσαρμόζονται στις αμερικανικές πιέσεις και, μέχρι στιγμής, οι προσπάθειες δεν φαίνεται να έχουν προκαλέσει σημαντική μείωση της ροής πετρελαίου.
Η Μαλαισία δεν θέλει να επιλέξει στρατόπεδο
Η στάση της Μαλαισίας αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους το δίκτυο εξακολουθεί να λειτουργεί. Η χώρα δεν θεωρεί νόμιμες τις αμερικανικές κυρώσεις και, παρά τις κατά διαστήματα αυστηρότερες κινήσεις απέναντι σε ιρανικά δεξαμενόπλοια, οι αρχές σε μεγάλο βαθμό δεν παρεμβαίνουν. Οι επιχειρήσεις καλούνται έτσι να αποφασίσουν μόνες τους αν αξίζει να διακινδυνεύσουν την πρόσβαση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η Μαλαισία διατηρεί παράλληλα σημαντικές οικονομικές σχέσεις με τις ΗΠΑ, αλλά και στενούς δεσμούς με το Ιράν και την Κίνα, τον μεγαλύτερο αγοραστή ιρανικού πετρελαίου. Το Πεκίνο είναι ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της Κουάλα Λουμπούρ, ενώ η μαλαισιανή πολιτική παράδοση είναι αυτή της μη ευθυγράμμισης. Η χώρα έχει επίσης ασκήσει έντονη κριτική στον πόλεμο του Ιράν, γεγονός που καθιστά ακόμη δυσκολότερη την ευθυγράμμισή της με την αμερικανική πολιτική.
Για την Ουάσινγκτον, το πρόβλημα είναι ότι η πίεση δεν περιορίζεται πλέον σε έναν συγκεκριμένο στόλο. Οι εταιρείες που παρέχουν υποστήριξη μπορούν να χρησιμοποιούν μικρότερα σκάφη, τα οποία είναι δύσκολο να εντοπιστούν ακόμη και μέσω δορυφορικών εικόνων, ενώ μπορούν να δημιουργούν νέες εταιρικές οντότητες όταν μια προηγούμενη μπει στο στόχαστρο κυρώσεων. Έτσι, η επιχείρηση περιορισμού του δικτύου μπορεί να μετατρέπεται σε ένα διαρκές παιχνίδι «γάτας και ποντικιού».
Άλλωστε, ακόμη κι αν οι πιέσεις οδηγήσουν σε περιορισμό των δραστηριοτήτων στην EOPL, δεν σημαίνει ότι το εμπόριο θα σταματήσει. Τα δεξαμενόπλοια μπορούν να μετακινηθούν προς άλλες περιοχές, όπως το Πενάνγκ και η Μαλάκα, ή να πραγματοποιούν μεταφορές σε ινδονησιακά ύδατα. Το αποτέλεσμα είναι ένα εξαιρετικά ευέλικτο δίκτυο, το οποίο μετακινείται εκεί όπου η επιτήρηση είναι πιο περιορισμένη.
Όπως αποτυπώνει η έρευνα των New York Times, το ιρανικό πετρέλαιο δεν χρειάζεται έναν μόνο δρόμο για να φτάσει στην αγορά. Αρκεί μόνο ένας δρόμος που δεν κοιτάζει κανείς αρκετά προσεκτικά.