Διεθνή

H σύντροφος του Έπσταϊν, που μπορεί να κληρονομήσει $100 εκατ.


Μια γυναίκα που κάποτε βρισκόταν στο επίκεντρο της ζωής του Τζέφρι Έπσταϊν προσπαθεί σήμερα να ζήσει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, ενώ ενδέχεται να κληρονομήσει έως και 100 εκατ. δολάρια από την περιουσία του διαβόητου χρηματιστή, μαζί με ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι 33 καρατίων. Πρόκειται για την 37χρονη σήμερα Καρίνα Σουλιάκ, τoν τελευταίo άνθρωπο που κάλεσε ο Επστάιν πριν βρεθεί νεκρός στο κελί του το 2019.

Η ιστορία της Σουλιάκ, σύμφωνα με έρευνα των New York Times σε εκατομμύρια σελίδες εγγράφων και ηλεκτρονικών μηνυμάτων που δημοσιοποιήθηκαν από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης, είναι μια από τις πιο σύνθετες και ασυνήθιστες μέσα στον κόσμο του Έπσταϊν. Γεννημένη στη Λευκορωσία, τον γνώρισε σε ηλικία 21 ετών, όταν βρισκόταν στη Νέα Υόρκη με προσωρινή φοιτητική βίζα. Δεν έχει δηλώσει ποτέ θύμα του, ενώ οι ομοσπονδιακές αρχές δεν την έχουν χαρακτηρίσει συνεργό στο κύκλωμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης που είχε δημιουργήσει.

Τα αρχεία δεν δείχνουν ότι το FBI την ανέκρινε ποτέ, ενώ οι δικηγόροι εκατοντάδων θυμάτων του Έπσταϊν δεν την έχουν εξετάσει ως μάρτυρα. Παράλληλα, όμως, αποκαλύπτουν ότι ο Έπσταϊν τη βοήθησε να εισαχθεί στην οδοντιατρική σχολή του Columbia, πλήρωσε τις σπουδές της, έστειλε σχεδόν 1 εκατ. δολάρια στην ίδια και δεκάδες χιλιάδες δολάρια στους γονείς της στη Λευκορωσία, ενώ της έδωσε πρόσβαση σε πιστωτική κάρτα για προσωπικές αγορές.

Η σχέση τους κράτησε σχεδόν οκτώ χρόνια. Τα χιλιάδες email που ήρθαν στο φως περιγράφουν έναν δεσμό με ταξίδια σε όλο τον κόσμο, οικονομική εξάρτηση, έντονους καβγάδες για τις σεξουαλικές σχέσεις του Έπσταϊν με άλλες γυναίκες και μια καθημερινότητα στην οποία η Σουλιάκ είχε σταδιακά αναλάβει σημαντικό ρόλο στη διαχείριση των ακινήτων και του προσωπικού του.

Από τη Λευκορωσία στη Νέα Υόρκη

Η Σουλιάκ είχε φτάσει στη Νέα Υόρκη μόλις εννέα μήνες πριν γνωρίσει τον Έπσταϊν, στα τέλη Μαρτίου του 2011. Είχε μετακομίσει από τη Λευκορωσία με προσωρινή φοιτητική βίζα για να σπουδάσει αγγλικά στο Μανχάταν. Εργαζόταν ως βοηθός οδοντιάτρου με περίπου 15 δολάρια την ώρα και αναζητούσε παράλληλα δουλειά ως σερβιτόρα, προσπαθώντας να βρει τρόπο να συνεχίσει τις οδοντιατρικές σπουδές που είχε ξεκινήσει στο Μινσκ.

Η γνωριμία έγινε μέσω μιας νεαρής γυναίκας από τη Σιβηρία, η οποία, σύμφωνα με τα αρχεία και συνέντευξη που έδωσε στους New York Times, είχε κατά καιρούς αναλάβει να προσεγγίζει άλλες νεαρές γυναίκες για λογαριασμό του Έπσταϊν, πιθανότατα για να παρέχουν σεξουαλικοποιημένα μασάζ. Η ίδια είχε στείλει στον Έπσταϊν φωτογραφία της Σουλιάκ, περιγράφοντάς την ως όμορφη. Σύντομα κανονίστηκε συνάντηση των δύο γυναικών με τον Έπσταϊν στην έπαυλή του στο Μανχάταν.

«Πήγαινε αργά»

Η πρώτη προσέγγιση ακολούθησε, σύμφωνα με τα αρχεία, το μοτίβο που ο Έπσταϊν χρησιμοποιούσε και με άλλες γυναίκες: κολακεία, παροχές και προσπάθεια να δημιουργήσει σχέση εξάρτησης. Σχεδόν αμέσως προσφέρθηκε να τη βοηθήσει να πραγματοποιήσει το όνειρό της να γίνει οδοντίατρος.

Η Σουλιάκ, τουλάχιστον στην αρχή, αντιστάθηκε. Λίγες εβδομάδες μετά τη γνωριμία τους τού έγραψε ότι τον θεωρούσε «αξιοθαύμαστο άνθρωπο», αλλά δεν μπορούσε να δεχθεί τη βοήθειά του εξαιτίας όσων είχε διαβάσει για εκείνον. Η γνωριμία τους είχε γίνει μετά την καταδίκη του στη Φλόριντα για προσέλκυση ανήλικης σε πορνεία και τις καταγγελίες ότι είχε κακοποιήσει δεκάδες έφηβες.

Ο Έπσταϊν απάντησε κατηγορώντας την ότι άκουγε «φήμες και ιστορίες». Εκείνη του απάντησε ότι «ο κόσμος είναι μερικές φορές πολύ σκληρός» και ότι είχε διαβάσει πληροφορίες για εκείνον. Ο Επστάιν, ωστόσο, δεν αποδέχθηκε την απόρριψη. Της αγόρασε εισιτήρια για τον «Βασιλιά των Λιονταριών» στο Broadway, την πήγε σε εστιατόρια και σε βόλτα με ελικόπτερο πάνω από το Μανχάταν. Μέχρι τον Ιούλιο του 2011 είχε επισκεφθεί το ράντσο του στο Νέο Μεξικό και λίγους μήνες αργότερα την ιδιωτική του κατοικία στις Αμερικανικές Παρθένες Νήσους.

Το Columbia και η επιρροή του Έπσταϊν

Από παιδί, η Σουλιάκ ήθελε να γίνει οδοντίατρος. Σε έκθεση για την εισαγωγή της στη σχολή είχε γράψει ότι την είχαν επηρεάσει τα προβλήματα υγείας των δοντιών στην οικογένειά της και η κακή στοματική υγεία που έβλεπε στη Λευκορωσία. Είχε ολοκληρώσει τέσσερα από τα πέντε έτη των οδοντιατρικών σπουδών της στο Μινσκ, πριν διακόψει για να μετακομίσει στη Νέα Υόρκη.

Τον χειμώνα του 2012 δέχθηκε τελικά τη βοήθεια του Έπσταϊν για την εισαγωγή της στο Columbia. Όταν η οδοντιατρική σχολή αρχικά την απέρριψε, ο Έπσταϊν ζήτησε από τον προσωπικό του οδοντίατρο, Τόμας Μανιάνι, ισχυρό απόφοιτο του πανεπιστημίου, να τον φέρει σε επαφή με τον κοσμήτορα. Ο Έπσταϊν άφησε να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να κάνει δωρεά έως 10 εκατ. δολαρίων. Τελικά, σύμφωνα με τα στοιχεία του πανεπιστημίου, δώρισε περίπου 210.000 δολάρια.

Τα αρχεία του υπουργείου Δικαιοσύνης περιλαμβάνουν αλληλογραφία, που δείχνει ότι ο Μανιάνι και ο Τζέιμς Φάιν, διοικητικό στέλεχος της οδοντιατρικής σχολής, έδωσαν στη Σουλιάκ πληροφορίες για τις θεματικές ενότητες που θα αντιμετώπιζε στις εξετάσεις πρακτικών δεξιοτήτων για τη μεταγραφή της. Η Σουλιάκ πέρασε τις εξετάσεις και έγινε δεκτή στο Columbia.

Ο Έπσταϊν πλήρωσε τα δίδακτρα για τα τρία χρόνια των σπουδών της και φρόντισε να επισκεφθεί τη μητέρα της από τη Λευκορωσία. Σε email της προς εκείνον, τον αποκαλούσε τον «πιο αγνό άνδρα απ' όλους» και τον ευχαριστούσε για «όλη την αγάπη και τη φροντίδα, τους γονείς μου, τη σχολή και το διαμέρισμα».

Η σχέση τους, ωστόσο, είχε και έντονες συγκρούσεις. Η Σουλιάκ αντιδρούσε στην επιμονή του Έπσταϊν να έχει σεξουαλικές σχέσεις με άλλες γυναίκες, μεταξύ των οποίων και νεαρές βοηθούς που εργάζονταν για εκείνον. Τα email δείχνουν ότι ζητούσε να μην έρχεται σε επαφή με αυτές τις σχέσεις. Δεν υπάρχει, όμως, στα αρχεία που εξέτασαν οι New York Times ευρύτερη ηθική καταγγελία της για τον τρόπο με τον οποίο ο Έπσταϊν μεταχειριζόταν τις γυναίκες που βρίσκονταν γύρω του, πολλές από τις οποίες αργότερα θα τον κατηγορούσαν για κακοποίηση.

Ο γάμος για την πράσινη κάρτα

Όταν η Σουλιάκ έκανε αίτηση στο Columbia, είχε ήδη υπερβεί τη διάρκεια της φοιτητικής βίζας που είχε λάβει το 2010. Στις αρχές του 2013, ο Έπσταϊν αναζήτησε λύση για να παραμείνει νόμιμα στις ΗΠΑ. Η λύση που επέλεξε ήταν ένας γάμος μεταξύ δύο γυναικών. Η Νέα Υόρκη είχε νομιμοποιήσει τον γάμο ομόφυλων ζευγαριών δύο χρόνια νωρίτερα και ο Έπσταϊν θεώρησε ότι ένας τέτοιος γάμος θα μπορούσε να οδηγήσει ευκολότερα στην απόκτηση νόμιμης διαμονής, χωρίς να δημιουργήσει υποψίες ότι είχε οργανωθεί αποκλειστικά για να αποφευχθεί η απέλαση.

Επέλεξε ως σύζυγο της Σουλιάκ μία 30χρονη βοηθό του από τη Μινεσότα. Ο δικηγόρος της γυναίκας, η οποία έχει περιγραφεί ως θύμα του Έπσταϊν, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να σχολιάσει τη συγκεκριμένη υπόθεση, σημειώνοντας ωστόσο ότι, γενικά, «κανείς δεν επιτρεπόταν ούτε τολμούσε να παρακούσει τον Τζέφρι Επστάιν».

Τα email δείχνουν ότι ο Έπσταϊν έδωσε οδηγίες στη γυναίκα να συναντήσει τη Σουλιάκ στις 16 Σεπτεμβρίου 2013 στο γραφείο γάμων της Νέας Υόρκης. Της είπε να έχει έτοιμες τις βαλίτσες της, ώστε να πετάξει αμέσως για τις Αμερικανικές Παρθένες Νήσους μετά την έκδοση της άδειας γάμου. Η Σουλιάκ θα παρέμενε στη Νέα Υόρκη για να παρακολουθεί τα μαθήματά της στην οδοντιατρική.

Ο γάμος έγινε τρεις εβδομάδες αργότερα. Μετά την τελετή, δικηγόρος μετανάστευσης που εργαζόταν για τον Έπσταϊν υπέβαλε τα σχετικά έγγραφα, με αποτέλεσμα να απορριφθεί η διαδικασία απέλασης της Σουλιάκ. Λίγους μήνες αργότερα έλαβε πράσινη κάρτα και έγινε νόμιμη κάτοικος των ΗΠΑ. Ο γάμος, τουλάχιστον εξωτερικά, είχε στοιχεία πραγματικής σχέσης. Οι δύο γυναίκες έμεναν μαζί σε κτίριο στο Upper East Side, όπου ο Έπσταϊν είχε φιλοξενήσει αρκετές από τις βοηθούς του. Είχαν κοινό τραπεζικό λογαριασμό στην Deutsche Bank και ταξίδεψαν μαζί σε Λονδίνο, Ευρώπη και Ιαπωνία.

Τον Μάιο του 2018 η Σουλιάκ έγινε Αμερικανίδα πολίτης. Έναν χρόνο αργότερα, οι δύο γυναίκες πήραν διαζύγιο.

Σε έκθεση που δημοσιοποίησαν φέτος Δημοκρατικοί της Επιτροπής Εποπτείας και Κυβερνητικής Μεταρρύθμισης της Βουλής των Αντιπροσώπων, η πρώην σύζυγος της Σουλιάκ υποστήριξε ότι είχε εξαναγκαστεί να παντρευτεί. Δήλωσε επίσης, ότι δεν γνώριζε πως ο γάμος είχε προγραμματιστεί λίγες ημέρες πριν από την ακρόαση για την απέλαση της Σουλιάκ. Η έκθεση κατέληξε ότι ο γάμος μπορεί να είχε γίνει προκειμένου να δοθεί στη Σουλιάκ η «νομική βάση για να συνεχίσει να διαμένει στις ΗΠΑ». Δεν πρότεινε, ωστόσο, νομική αμφισβήτηση της αμερικανικής υπηκοότητάς της.

Από οδοντίατρος σε διαχειρίστρια της περιουσίας του

Στις αρχές του 2019, η Σουλιάκ και ο Έπσταϊν έμοιαζαν ζευγάρι περισσότερο από ποτέ. Εκείνη περνούσε μεγάλο μέρος του χρόνου της στην έπαυλή του στη Νέα Υόρκη και έπαιρνε μαζί της στις μετακινήσεις τους τη γάτα της, Blueberry.

Είχε αποκτήσει άδεια άσκησης επαγγέλματος οδοντιάτρου στις Αμερικανικές Παρθένες Νήσους, στη Φλόριντα και στο Νέο Μεξικό, αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές της το 2015. Δεν υπάρχουν, όμως, στοιχεία ότι είχε αναπτύξει σημαντική οδοντιατρική δραστηριότητα. Αντίθετα, είχε αναλάβει πολλές από τις πρακτικές λειτουργίες της αυτοκρατορίας του Έπσταϊν. Έδινε οδηγίες στους οδηγούς του να υπάρχουν «κρύα μπουκάλια Voss» στα αυτοκίνητά του, οργάνωνε ανθοστολισμούς στην έπαυλή του στο Μανχάταν, παρήγγειλε κοντέινερ με έπιπλα εξωτερικού χώρου για το ιδιωτικό του νησί και διαχειριζόταν επισκευές και καθαρισμούς στα διαμερίσματα του Upper East Side, στα οποία είχε οικονομικό συμφέρον ο αδελφός του.

Τον Ιούνιο του 2019 ταξίδεψαν μαζί στο Παρίσι. Στις 6 Ιουλίου ο Έπσταϊν επέστρεψε στις ΗΠΑ, ενώ η Σουλιάκ παρέμεινε στην Ευρώπη. Μόλις το αεροπλάνο του προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο Τέτερμπορο του Νιου Τζέρσεϊ, ομοσπονδιακοί πράκτορες τον περίμεναν και τον συνέλαβαν.

Περίπου έναν μήνα αργότερα, σε τηλεφωνική συνομιλία διάρκειας 20 λεπτών από τη φυλακή στο Lower Manhattan, ο Έπσταϊν είπε στη Σουλιάκ ότι η υπόθεση των ομοσπονδιακών κατηγοριών για σεξουαλική διακίνηση θα διαρκούσε περισσότερο από όσο περίμενε. Της συνέστησε να βρει προσωρινά άλλο μέρος για να μείνει.

Το επόμενο πρωί, στις 10 Αυγούστου 2019, βρέθηκε νεκρός στο κελί του. Οι αρχές κατέληξαν ότι είχε αυτοκτονήσει.

Η περιουσία, το δαχτυλίδι και η επιστροφή στην οδοντιατρική

Λίγο πριν από τον θάνατό του, ο Έπσταϊν είχε τροποποιήσει τη διαθήκη του, αφήνοντας στη Σουλιάκ μεγάλο μέρος της περιουσίας του, η οποία τότε ανερχόταν σε περίπου 600 εκατ. δολάρια. Μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων περιλαμβανόταν και ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι 33 καρατίων, με χειρόγραφη σημείωση ότι δινόταν «ενόψει γάμου».

Το ποσό που τελικά θα λάβει η Σουλιάκ παραμένει ασαφές. Η περιουσία του Έπσταϊν, μετά τις μεγάλες καταβολές σε θύματά του, εκτιμάται πλέον μεταξύ 120 και 200 εκατ. δολαρίων. Υπάρχουν δεκάδες δικαιούχοι, μεταξύ των οποίων τα παιδιά του αδελφού του, Μαρκ Επστάιν, που αναμένεται να λάβουν 10 εκατ. δολάρια.

Παρά την πιθανότητα ενός σημαντικού κληροδοτήματος, η Σουλιάκ δεν εγκατέλειψε το όνειρο της οδοντιατρικής. Το 2023 επέστρεψε στη Νέα Υόρκη και υπέβαλε αίτηση για μεταπτυχιακό στο Columbia, προκειμένου να καλύψει τις προϋποθέσεις που χρειαζόταν για να αποκτήσει άδεια άσκησης επαγγέλματος στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης. Οι ίδιοι δύο οδοντίατροι που είχαν βοηθήσει στην εισαγωγή της στο Columbia το 2012 βρέθηκαν ξανά στο πλευρό της. Ο Φάιν, ο οποίος επέβλεπε τα μεταπτυχιακά προγράμματα, δημιούργησε ειδική «πρακτική άσκηση για μέλος του διδακτικού προσωπικού» σε οδοντιατρείο στο Μανχάταν, όπου συνεργαζόταν με τον Μανιάνι.

Και οι δύο της έδωσαν τις υψηλότερες συστάσεις. Η Σουλιάκ ολοκλήρωσε το πρόγραμμα τον Μάιο του 2025 και τον Νοέμβριο έλαβε την άδεια να ασκεί το επάγγελμα του οδοντιάτρου στη Νέα Υόρκη.

Μετά τη δημοσιοποίηση των αρχείων του Έπσταϊν, το Columbia υποβάθμισε τον Φάιν και απομάκρυνε τον Μανιάνι από ηγετικές θέσεις στην ένωση αποφοίτων. Το πανεπιστήμιο, ωστόσο, δεν εισηγήθηκε κυρώσεις σε βάρος της Σουλιάκ, υποστηρίζοντας ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις εισαγωγής.

Περίπου την ίδια περίοδο που έλαβε την άδεια άσκησης επαγγέλματος στη Νέα Υόρκη, απάντησε σε αγγελία στο Indeed.com για θέση μερικής απασχόλησης σε οδοντιατρείο στο κέντρο του Μπρούκλιν. Εκεί, μια ασθενής, η Γιουνχάε Κιμ, υποβλήθηκε σε καθαρισμό δοντιών και στη συνέχεια σε σφράγισμα χωρίς να γνωρίζει ποια ήταν πραγματικά η οδοντίατρος που την περιέθαλπε.

Η Κιμ αναγνώρισε τη Σουλιάκ μόνο όταν είδε τις φωτογραφίες της μετά τη δημοσιοποίηση των αρχείων του Έπσταϊν. Επικοινώνησε με τους New York Times, λέγοντας ότι ένιωσε εξαπατημένη, επειδή δεν είχε ενημερωθεί για το πλήρες όνομα της οδοντιάτρου και ήθελε να προειδοποιήσει άλλους ασθενείς. «Ήμουν τόσο αναστατωμένη. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Από όλα όσα μπορούσαν να μου συμβούν, δεν κέρδισα το λαχείο. Γνώρισα τη σύντροφο του Έπσταϊν», δήλωσε.

Η τελευταία ημέρα της Σουλιάκ στο οδοντιατρείο ήταν στις 12 Φεβρουαρίου. Είχε προγραμματιστεί να εργαστεί ξανά στις 16 Φεβρουαρίου, αλλά δήλωσε ασθενής και δεν επέστρεψε ποτέ. Σύμφωνα με οδοντίατρο της κλινικής, η δημοσιότητα που ακολούθησε τη δημοσιοποίηση των αρχείων πιθανότατα έκανε δύσκολη τη συνέχιση της εργασίας της εκεί.

Η δικηγόρος της αρνήθηκε να σχολιάσει αν η Σουλιάκ έχει βρει νέα θέση ως οδοντίατρος. Η ίδια, μέσω της δικηγόρου της, δεν θέλησε να σχολιάσει την έρευνα των New York Times. Ο Μαρκ Έπσταϊν, σε σύντομη δήλωσή του, περιορίστηκε να πει: «Της εύχομαι μόνο τα καλύτερα».

* Η φωτογραφία προέρχεται από τα δημοσιοποιημένα αρχεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ (DOJ)

Διαβαστε επισης