Διεθνή

Εφάπαξ φόρος στην περιουσία υπερπλουσίων στην Καλιφόρνια διχάζει σύσσωμες τις ΗΠΑ


Η Καλιφόρνια ετοιμάζεται για ένα πρωτοφανές φορολογικό πείραμα: εφάπαξ εισφορά 5% στη συνολική περιουσία των δισεκατομμυριούχων, με στόχο την άντληση 100 δισ. δολαρίων για την κάλυψη αναγκών στην Υγεία. Η πρόταση έχει πυροδοτήσει σφοδρή αντιπαράθεση ανάμεσα στους υποστηρικτές της αναδιανομής του πλούτου και στην ισχυρή τεχνολογική ελίτ, ενώ προκαλεί ρήγματα ακόμη και στο εσωτερικό των Δημοκρατικών.

Η μάχη για τον έλεγχο του Κογκρέσου κυριαρχεί στην προεκλογική ατζέντα των ΗΠΑ, όμως μια άλλη αναμέτρηση στην Καλιφόρνια μπορεί να αποδειχθεί εξίσου καθοριστική για την οικονομική και πολιτική κατεύθυνση της χώρας. Η Πρόταση 40 (Proposition 40), που θα τεθεί στην κρίση των ψηφοφόρων τον Νοέμβριο, προβλέπει εφάπαξ φόρο 5% στη συνολική περιουσία των περίπου 250 δισεκατομμυριούχων της πολιτείας. Εφόσον εγκριθεί, θα αποτελέσει ένα πρωτοφανές εγχείρημα φορολόγησης των μεγαλύτερων περιουσιών, με δυνητικές συνέπειες πολύ πέρα από τα σύνορα της Καλιφόρνια.

Η πρωτοβουλία γεννήθηκε μέσα από την ανάγκη εξεύρεσης πόρων για τη διατήρηση κρίσιμων κοινωνικών υπηρεσιών. Το φορολογικό σχέδιο προβλέπει έσοδα περίπου 100 δισ. δολαρίων, τα οποία θα κατευθυνθούν κυρίως στην υγειονομική περίθαλψη, σε μια περίοδο κατά την οποία η Καλιφόρνια εκτιμάται ότι θα χάσει περίπου 100 δισ. δολάρια από ομοσπονδιακή χρηματοδότηση του Medicaid μέσα στην επόμενη πενταετία. Οι περικοπές απειλούν την ασφαλιστική κάλυψη εκατομμυρίων πολιτών χαμηλού εισοδήματος, αλλά και τη λειτουργία νοσοκομείων και άλλων μονάδων υγείας.

Η ιδέα, ωστόσο, προϋπήρχε της σημερινής δημοσιονομικής πίεσης. Το 2020, εν μέσω πανδημίας, η Ομοσπονδία Εκπαιδευτικών της Καλιφόρνιας είχε απευθυνθεί στους οικονομολόγους Εμανουέλ Σαέζ και Γκαμπριέλ Ζούκμαν, ζητώντας μια λύση για την ενδεχόμενη απώλεια φορολογικών εσόδων. Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε φόρο 0,4% στην καθαρή περιουσία κατοίκων με περισσότερα από 30 εκατ. δολάρια σε περιουσιακά στοιχεία, εξαιρουμένων των ακινήτων. Η πρόταση δεν προχώρησε τότε, καθώς οι δημοσιονομικές επιπτώσεις της πανδημίας αποδείχθηκαν μικρότερες από τις αρχικές εκτιμήσεις. Η νέα εκδοχή περιορίζει δραστικά τον αριθμό των φορολογουμένων, εστιάζοντας αποκλειστικά στους δισεκατομμυριούχους.

Σύγκρουση για τον πλούτο και τη φορολόγηση της υπεραξίας

Στον πυρήνα της πρωτοβουλίας βρίσκεται ένα ζήτημα που ξεπερνά τη συγκυριακή ανάγκη χρηματοδότησης της υγείας: το γεγονός ότι η αύξηση της περιουσίας των υπερπλουσίων δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε αντίστοιχη φορολογική επιβάρυνση. Η περίπτωση του Τζεφ Μπέζος είναι ενδεικτική. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε το ProPublica, η περιουσία του αυξήθηκε κατά σχεδόν 100 δισ. δολάρια μεταξύ 2014 και 2018, ενώ δήλωσε συνολικό εισόδημα 4,22 δισ. δολαρίων και κατέβαλε 973 εκατ. δολάρια σε ομοσπονδιακούς φόρους. Η πραγματική φορολογική επιβάρυνσή του, υπολογισμένη σε σχέση με τη συνολική αύξηση του πλούτου του, εκτιμήθηκε σε μόλις 0,98%.

Ο μηχανισμός πίσω από αυτή την απόκλιση είναι θεσμικός. Όταν η περιουσία αποτελείται κυρίως από μετοχές, η αύξηση της αξίας τους δεν φορολογείται συνήθως ως εισόδημα, όσο οι τίτλοι παραμένουν στην κατοχή του ιδιοκτήτη. Παράλληλα, οι δισεκατομμυριούχοι μπορούν να χρηματοδοτούν τις δαπάνες τους δανειζόμενοι με εγγύηση τα περιουσιακά τους στοιχεία, χωρίς να χρειάζεται να πουλήσουν μετοχές και να ενεργοποιήσουν τη φορολόγηση υπεραξίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων στους κληρονόμους μπορεί να περιορίσει περαιτέρω τη φορολόγηση των κερδών που συσσωρεύτηκαν όσο ζούσε ο αρχικός ιδιοκτήτης.

Οι Σαέζ και Ζούκμαν θεωρούν ότι η συγκέντρωση πλούτου σε ολοένα λιγότερα χέρια αποτελεί ταυτόχρονα οικονομικό και πολιτικό πρόβλημα. Οι περιουσίες των δισεκατομμυριούχων που κατοικούν στην Καλιφόρνια υπολογίζονται συνολικά σε 2,4 τρισ. δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο μισό ΑΕΠ της πολιτείας. Για τους υποστηρικτές της Πρότασης 40, η εφάπαξ εισφορά θα περιόριζε ελάχιστα αυτή τη συνολική περιουσία, αλλά θα μπορούσε να διασφαλίσει την υγειονομική κάλυψη εκατομμυρίων ανθρώπων. Οι επικριτές, αντίθετα, προειδοποιούν ότι η επιβολή φόρου στην περιουσία και όχι στο πραγματοποιημένο εισόδημα δημιουργεί σοβαρά προβλήματα εφαρμογής και ενδέχεται να αποθαρρύνει την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Η Silicon Valley αντεπιτίθεται με χρήμα και πολιτική επιρροή

Η αντίδραση της τεχνολογικής ελίτ είναι έντονη. Ο συνιδρυτής της Google Σεργκέι Μπριν, ο οποίος φέρεται να αγόρασε έπαυλη αξίας 42 εκατ. δολαρίων στη Νεβάδα, έχει δεσμεύσει περισσότερα από 100 εκατ. δολάρια στην εκστρατεία κατά της φορολογικής πρότασης. Στο πλευρό του έχουν συνταχθεί επιχειρηματίες όπως ο Μάικλ Μόριτζ, ο Έρικ Σμιντ και ο Τζον Ντόερ. Μέσω της οργάνωσης Building a Better California, η πλευρά των αντιπάλων χρηματοδοτεί διαφημιστική εκστρατεία και στηρίζει τις Προτάσεις 41 και 42, οι οποίες περιλαμβάνουν διατάξεις που θα μπορούσαν να εμποδίσουν την εισαγωγή φόρου περιουσίας. Αν κάποια από αυτές συγκεντρώσει περισσότερες ψήφους από την Πρόταση 40, θα υπερισχύσει ακόμη και αν η τελευταία εγκριθεί.

Το βασικό επιχείρημα των αντιτιθέμενων είναι ότι η φορολόγηση θα οδηγήσει σε φυγή κεφαλαίων, επιχειρηματιών και επενδύσεων προς πολιτείες όπως η Φλόριντα και το Τέξας. Ο Μόριτζ υποστηρίζει ότι η Καλιφόρνια κινδυνεύει να χάσει μέρος της οικονομικής δυναμικής που τη μετέτρεψε σε παγκόσμιο τεχνολογικό κέντρο. Ανάλογη ανησυχία εκφράζουν στελέχη της νεοφυούς επιχειρηματικότητας, καθώς ο φόρος θα αφορά και τους λεγόμενους «χάρτινους δισεκατομμυριούχους»: ιδρυτές εταιρειών των οποίων οι συμμετοχές αποτιμώνται σε πάνω από 1 δισ. δολάρια, χωρίς να διαθέτουν απαραίτητα αντίστοιχα μετρητά.

Οι συντάκτες της πρότασης αντιτείνουν ότι υπάρχουν δικλίδες ασφαλείας. Η καταβολή μπορεί να κατανεμηθεί σε πέντε χρόνια, ενώ ιδρυτές που έχουν πάνω από το 95% της περιουσίας τους δεσμευμένο στην επιχείρησή τους, μπορούν να αναβάλουν την πληρωμή μέχρι να υπάρξει γεγονός ρευστότητας, όπως η εισαγωγή στο χρηματιστήριο ή η διανομή μερισμάτων. Ο βουλευτής Ρο Κάνα έχει προτείνει ακόμη και τη δυνατότητα δανεισμού από την πολιτεία, με ενέχυρο μετοχές. Η πρόταση προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Μαρκ Κιούμπαν, ενώ ο επικεφαλής της Y Combinator, Γκάρι Ταν, προειδοποιεί ότι η αποτίμηση των νεοφυών εταιρειών μπορεί να αλλάξει απότομα και να επιβαρύνει δυσανάλογα τους ιδρυτές τους.

Ρήγματα στους Δημοκρατικούς και το στοίχημα των εκλογών

Η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται στους δισεκατομμυριούχους και στους υποστηρικτές της αναδιανομής. Η πρόταση έχει διχάσει τους Δημοκρατικούς, με τον Ρο Κάνα να τη στηρίζει, ενώ ο κυβερνήτης Γκάβιν Νιούσομ έχει ταχθεί εναντίον της, φοβούμενος τις οικονομικές επιπτώσεις και τη ρήξη με ισχυρούς παράγοντες της τεχνολογίας. Την ίδια στιγμή, η ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος στην Καλιφόρνια ενέκρινε την πρωτοβουλία, αψηφώντας τον κυβερνήτη. Η πρώην αντιπρόεδρος Καμάλα Χάρις και οι γερουσιαστές Άνταμ Σιφ και Άλεξ Παντίγια δεν έχουν πάρει θέση, ενώ η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ δεν έχει μέχρι στιγμής υποστηρίξει δημόσια το μέτρο.

Διχασμένο εμφανίζεται και το συνδικαλιστικό κίνημα. Το συνδικάτο εργαζομένων στην υγεία SEIU-UHW, με περίπου 120.000 μέλη, βρίσκεται πίσω από την Πρόταση 40, αλλά η Ένωση Εκπαιδευτικών της Καλιφόρνιας, με περίπου 300.000 μέλη, προκρίνει διαφορετική πρωτοβουλία για τη χρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης. Η Planned Parenthood και η NAACP στην Καλιφόρνια και τη Χαβάη συγκαταλέγονται επίσης στους αντιπάλους. Οι επικρίσεις αφορούν τόσο τον εφάπαξ χαρακτήρα του φόρου, όσο και την κατανομή των εσόδων, καθώς μεγάλο μέρος τους προορίζεται για την υγεία και ελάχιστο για την εκπαίδευση. Παράλληλα, καταγγελίες για πιέσεις και εκφοβισμό από τον επικεφαλής του συνδικάτου Ντέιβ Ρίγκαν έχουν επιβαρύνει την εκστρατεία, με τον ίδιο να τις απορρίπτει ως προσπάθεια δυσφήμησής του.

Η διεθνής εμπειρία ενισχύει τις αμφιβολίες. Το 1990 δώδεκα ευρωπαϊκές χώρες διέθεταν φόρο περιουσίας, ενώ σήμερα έχουν απομείνει μόλις τρεις. Η Γαλλία, όπου ο αντίστοιχος φόρος καταργήθηκε το 2017, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της δυσκολίας διατήρησης τέτοιων μέτρων, καθώς η φορολόγηση του πλούτου συνδέθηκε επί δεκαετίες με την αποχώρηση εύπορων πολιτών και τις επιπτώσεις στην οικονομία. Επιπλέον, ακόμη και αν εγκριθεί, η Πρόταση 40 είναι πιθανό να αντιμετωπίσει δικαστικές προσφυγές, με τη συνταγματικότητά της να παραμένει ανοιχτό ζήτημα.

Η εκλογική μάχη θα κρίνει αν η Καλιφόρνια μπορεί να μετατρέψει την αυξανόμενη δυσαρέσκεια για τη συγκέντρωση πλούτου σε συγκεκριμένη φορολογική πολιτική. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το αρχικό προβάδισμα της πρότασης έχει περιοριστεί: από 52% υπέρ και 33% κατά τον Μάρτιο, η διαφορά είχε πέσει στις 45% έναντι 42% στα μέσα Σεπτεμβρίου. Η εκστρατεία των αντιτιθέμων διαθέτει πολύ μεγαλύτερους οικονομικούς πόρους, με το συνδικάτο που στηρίζει την πρόταση να εκτιμά ότι οι αντίπαλοί του θα δαπανήσουν τουλάχιστον 400 εκατ. δολάρια, έναντι 32 εκατ. που είχε συγκεντρώσει το ίδιο.

Το διακύβευμα, ωστόσο, δεν εξαντλείται στα 100 δισ. δολάρια: μια έγκριση θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για ανάλογες πρωτοβουλίες στις ΗΠΑ, ενώ μια αποτυχία θα ενίσχυε την άποψη ότι η οικονομική ισχύς των δισεκατομμυριούχων παραμένει σχεδόν απρόσβλητη από την πολιτική πίεση.

Διαβαστε επισης