Διεθνή

Τί αποδίδει στην Ουκρανία, τί «κολλάει» στο Ιράν: Η διπλή εικόνα της πολιτικής Τραμπ


Δύο διαφορετικές όψεις εμφανίζει η εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, με την προσέγγιση στην Ουκρανία να παρουσιάζεται ως επιτυχημένη προσαρμογή σε έναν πολυπολικό κόσμο, την ώρα που η στρατηγική απέναντι στο Ιράν δείχνει να βαλτώνει, χωρίς σαφή διέξοδο.

Μόλις πριν από έναν χρόνο επικριτές του Αμερικανού προέδρου προειδοποιούσαν, ότι μια δεύτερη θητεία του θα οδηγούσε σε γεωπολιτικές κρίσεις λόγω «υποχωρητικότητας», ιδίως στο μέτωπο του πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Η επιδίωξη διαπραγματευτικής λύσης θεωρήθηκε τότε ως πιθανή «προδοσία» της Δύσης.

Σήμερα, ωστόσο, το τοπίο μοιάζει διαφορετικό. Η αμερικανική εμπλοκή στην Ουκρανία έχει περιοριστεί σε επίπεδο άμεσης χρηματοδότησης, ενώ οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι έχουν ενισχύσει σημαντικά τη στήριξή τους, επιτρέποντας στο Κίεβο να διατηρεί την άμυνά του απέναντι στη Μόσχα.

Παρά τις αρχικές προβλέψεις για κατάρρευση μετά την αποτυχία της ουκρανικής αντεπίθεσης το 2023, ο συνδυασμός ανθεκτικότητας, ευρωπαϊκής στήριξης και τεχνολογικών εξελίξεων —ιδίως στον πόλεμο των drones— έχει οδηγήσει σε ένα παρατεταμένο αδιέξοδο στο μέτωπο.

Η εξέλιξη αυτή έχει αυξήσει την πίεση στο καθεστώς του Βλαντίμιρ Πούτιν, το οποίο εμφανίζεται πιο ασταθές και καχύποπτο σε σχέση με τα πρώτα στάδια της σύγκρουσης.

Σύμφωνα με αυτή την οπτική, η μεταφορά μεγαλύτερου μέρους της ευθύνης στους Ευρωπαίους δεν αποτελεί αποτυχία των ΗΠΑ, αλλά ένδειξη στρατηγικής προσαρμογής: η Ευρώπη αναλαμβάνει πιο ενεργό ρόλο στην ασφάλεια της περιοχής της, ενώ η Ουάσιγκτον περιορίζει την άμεση εμπλοκή της.

Μείωση κόστους χωρίς πλήρη αποχώρηση

Η πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ δεν περιορίστηκε απλώς σε περικοπή της βοήθειας. Παράλληλα, διατηρήθηκαν —ή και ενισχύθηκαν— κρίσιμες μορφές υποστήριξης, όπως η παροχή προηγμένων οπλικών συστημάτων και η ανταλλαγή πληροφοριών.

Αυτό έχει επιτρέψει στην Ουκρανία να αποκτήσει δυνατότητες που δεν διέθετε προηγουμένως, όπως πλήγματα μεγαλύτερης εμβέλειας εντός ρωσικού εδάφους. Το αποτέλεσμα είναι μια πιο «ισορροπημένη» εμπλοκή των ΗΠΑ, αντί για πλήρη αποστασιοποίηση.

Παράλληλα, η πίεση προς τους Ευρωπαίους —συχνά με σκληρή ρητορική— φαίνεται να λειτούργησε ως καταλύτης για την αύξηση των αμυντικών δαπανών και της επιχειρησιακής ετοιμότητας στην Ε.Ε.

Αντίθετη εικόνα στο μέτωπο του Ιράν

Την ίδια στιγμή, η πολιτική έναντι του Ιράν παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η εμπλοκή των ΗΠΑ σε σύγκρουση στη Μέση Ανατολή —σε μεγάλο βαθμό υπό την πίεση του Ισραήλ— έχει δημιουργήσει ένα περίπλοκο και υψηλού ρίσκου περιβάλλον.

Σε αντίθεση με την Ουκρανία, όπου οι Ευρωπαίοι ανέλαβαν μεγαλύτερο βάρος, στην περίπτωση του Ιράν οι ΗΠΑ φαίνεται να επωμίζονται το κύριο κόστος, χωρίς ουσιαστική συνεισφορά από άλλους περιφερειακούς εταίρους.

Οι ευρωπαϊκές χώρες εμφανίζονται επιφυλακτικές, δεδομένου ότι ουδέποτε συμφώνησαν -ούτε και ερωτήθηκαν- για αυτόν τον πόλεμο , ενώ τα κράτη του Περσικού Κόλπου, παρά τη στενή τους σχέση με την Ουάσιγκτον, δεν διαθέτουν την ικανότητα ή τη βούληση να προσφέρουν αντίστοιχη στρατιωτική στήριξη.

Δύο πόλεμοι, δύο διαφορετικά μοντέλα

Το αποτέλεσμα είναι μια έντονη αντίθεση: στην Ουκρανία διαμορφώνεται σταδιακά ένα μοντέλο «κατανομής βαρών» που θα μπορούσε να διατηρηθεί και μετά το τέλος της θητείας Τραμπ -το οποιο, βέβαια, κρατά εγκλωβισμένη την Ε.Ε- ενώ στη Μέση Ανατολή οι ΗΠΑ παραμένουν εγκλωβισμένες σε μια σύγκρουση χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου.

Καθώς η παγκόσμια ισορροπία ισχύος μετατοπίζεται και η Κίνα αναδεικνύεται σε κεντρική πρόκληση για τις ΗΠΑ, η ανάγκη αποδέσμευσής τους από δευτερεύοντα μέτωπα φαίνεται να καθίσταται πιο επιτακτική.

Υπό αυτό το πρίσμα, η μερική απεμπλοκή από την Ουκρανία μοιάζει να εξυπηρετεί έναν ευρύτερο στρατηγικό στόχο. Αντίθετα, η ταυτόχρονη βαθύτερη εμπλοκή στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να περιορίζει τη δυνατότητα της Ουάσιγκτον να επικεντρωθεί σε (αυτό που η ίδια θεωρεί ως) την κύρια γεωπολιτική πρόκληση της εποχής.

Διαβαστε επισης