Σε μία από τις μεγαλύτερες διπλωματικές δοκιμασίες των τελευταίων δεκαετιών εξελίσσεται ο πόλεμος στο Ιράν για την Ομάδα των Επτά (G7), καθώς οι μεγάλες δυτικές οικονομίες προσπαθούν να συντονίσουν τη στάση τους απέναντι στην κλιμακούμενη κρίση στη Μέση Ανατολή.
Η ομάδα, που αποτελείται από ΗΠΑ, Καναδά, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία και Ηνωμένο Βασίλειο, βρίσκεται ήδη υπό πίεση μετά τις εντάσεις που προκάλεσαν οι πολιτικές του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ κατά τις δύο θητείες του.
Η Γαλλία, που ασκεί την προεδρία της G7, συγκάλεσε έκτακτη συνάντηση για να συζητηθεί η κρίση. Ο υπουργός Οικονομικών της χώρας Ρολάν Λεσκίρ δήλωσε ότι θα συναντηθεί τις επόμενες ημέρες με τους ομολόγους του, καθώς και με τους διοικητές των κεντρικών τραπεζών των χωρών της ομάδας.
Όπως ανέφερε σε συνέντευξή του, βρίσκεται ήδη σε επικοινωνία με τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ, προκειμένου να αξιολογηθούν πιθανές κοινές απαντήσεις στην κρίση.
Ένταση ΗΠΑ - Ισπανίας
Ιδιαίτερη ένταση προκαλεί η αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ισπανίας. Η άρνηση της Μαδρίτης να επιτρέψει τη χρήση ισπανικών στρατιωτικών βάσεων από τις αμερικανικές δυνάμεις οδήγησε τον Τραμπ να απειλήσει ακόμη και με πλήρη διακοπή του εμπορίου με την Ισπανία.
Ο Σκοτ Μπέσεντ κατηγόρησε την ισπανική κυβέρνηση ότι «έθεσε σε κίνδυνο αμερικανικές ζωές», ενώ οι Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν εκφράσει στήριξη στον ισπανό πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ, υπερασπιζόμενοι την ευρωπαϊκή κυριαρχία.
Η λεπτή ισορροπία της Γαλλίας
Η στάση της Γαλλίας θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς η χώρα πλησιάζει σε εκλογική χρονιά. Ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν χαρακτήρισε τις επιθέσεις υπό την ηγεσία ΗΠΑ και Ισραήλ «εκτός πλαισίου του διεθνούς δικαίου».
Παράλληλα ανακοίνωσε ενίσχυση του γαλλικού πυρηνικού οπλοστασίου για την προστασία της Ευρώπης, ενώ έστειλε αεροπλανοφόρο στη Μεσόγειο ως μέτρο αποτροπής.
Την ίδια στιγμή, η άνοδος των τιμών της ενέργειας δημιουργεί ανησυχίες για τον αντίκτυπο στον πληθωρισμό και στην οικονομία της χώρας.
Η στάση της Γερμανίας
Η Γερμανία εμφανίζεται πιο προσεκτική διπλωματικά. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δήλωσε ότι «δεν είναι η στιγμή να κάνουμε μαθήματα στους συμμάχους μας», λίγο πριν από τη συνάντησή του με τον Τραμπ στην Ουάσιγκτον.
Ωστόσο, ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Γερμανίας (Bundesbank), Γιοάχιμ Νάγκελ, προειδοποίησε ότι ο πόλεμος αποτελεί σημαντικό βάρος για την οικονομία της Γερμανίας, της Ευρώπης αλλά και ολόκληρου του κόσμου.
Η δύσκολη θέση της Βρετανίας
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ δέχεται επικρίσεις για την επιφυλακτική στάση του απέναντι στις επιθέσεις στο Ιράν.
Ο Στάρμερ δήλωσε ότι η «ειδική σχέση» Βρετανίας - ΗΠΑ βρίσκεται σε λειτουργία, αλλά επέμεινε στην απόφαση να μη συμμετάσχει το Λονδίνο σε στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά της Τεχεράνης.
Ο Τραμπ απάντησε με ιδιαίτερα αιχμηρή ανάρτηση, λέγοντας ότι οι ΗΠΑ «δεν χρειάζονται συμμάχους που μπαίνουν σε πολέμους αφού έχουν ήδη κερδηθεί».
Οι αγορές σε νευρικότητα
Παρά την περίπλοκη διπλωματική εικόνα, οι αγορές επικεντρώνονται κυρίως στις εξελίξεις στον ενεργειακό τομέα.
Αναλυτές της Goldman Sachs προειδοποιούν ότι οι διαταραχές στον ενεργειακό εφοδιασμό αυξάνουν τις τιμές της ενέργειας και εντείνουν τις πληθωριστικές πιέσεις κυρίως στην Ευρώπη και την Ασία.
Η Barclays εκτιμά ότι αν η τιμή του πετρελαίου Brent κινηθεί προς τα 100 δολάρια το βαρέλι λόγω ανησυχιών για την προσφορά, ο ευρωπαϊκός χρηματιστηριακός δείκτης Stoxx 600 θα μπορούσε να υποχωρήσει κατά περίπου 8%.
Από την πλευρά της, η Deutsche Bank σημειώνει ότι η κρίση με το Ιράν βρίσκεται στο επίκεντρο των αγορών, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχουν φτάσει σε επίπεδα που ιστορικά συνδέονται με ύφεση ή βαθιά χρηματιστηριακή πτώση.