Άμυνα & Διπλωματία

Θορυβημένη η Ευρώπη, διεκδικεί θέση στις διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία


Μια θέση στο τραπέζι των όποιων μελλοντικών διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία επιχειρεί να διασφαλίσει η Ευρώπη, εν μέσω ανησυχίας ότι ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να επιδιώξει απευθείας συμφωνία με τη Μόσχα, αφήνοντας τους Ευρωπαίους εκτός των κρίσιμων αποφάσεων για την ασφάλεια της ηπείρου.

Σύμφωνα με πέντε Ευρωπαίους αξιωματούχους που μίλησαν στους New York Times υπό καθεστώς ανωνυμίας, Γαλλία, Γερμανία και Βρετανία επεξεργάζονται πλαίσιο για μελλοντικές διαπραγματεύσεις, με στόχο να διασφαλιστούν τα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Παρότι η Ρωσία δεν δείχνει μέχρι στιγμής σοβαρή διάθεση για συνομιλίες, οι τρεις χώρες θέλουν να έχουν ήδη διαμορφώσει τη θέση τους όταν και εφόσον ανοίξει ο δρόμος για διαπραγμάτευση.

Η Γαλλία και η Γερμανία έχουν αναλάβει την πρωτοβουλία για τη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής θέσης, σύμφωνα με δύο ανώτερους Ευρωπαίους διπλωμάτες και έναν ανώτερο Ευρωπαίο αξιωματούχο που παρακολουθεί την προσπάθεια. Η Βρετανία εμφανίζεται πιο επιφυλακτική, μεταξύ άλλων επειδή δεν θέλει να δοκιμάσει περαιτέρω τις σχέσεις της με τον Τραμπ.

Η Ευρώπη φοβάται ότι «θα μείνει εκτός»

Οι Ευρωπαίοι θεωρούν ότι οποιαδήποτε ουσιαστική διαπραγμάτευση με τη Ρωσία θα πραγματοποιηθεί τελικά υπό την ηγεσία των ΗΠΑ. Παράλληλα, όμως, πιέζουν τον Τραμπ και τους απεσταλμένους του να επαναφέρουν τη Μόσχα στη διπλωματική διαδικασία, καθώς οι ρωσικές επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους εναντίον ουκρανικών πόλεων και υποδομών συνεχίζονται.

Το πρόβλημα για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είναι ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία και η μελλοντική σχέση με τη Ρωσία είναι ζητήματα τόσο κρίσιμα για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, ώστε δεν μπορούν να ανατεθούν επ' αόριστον σε μια αμερικανική κυβέρνηση που θεωρείται όλο και πιο απρόβλεπτη.

Ο στόχος είναι να μην υπάρξει συμφωνία μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας που θα αφορά την ευρωπαϊκή ασφάλεια, την Ουκρανία και τις μελλοντικές εγγυήσεις χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων των Ευρωπαίων.

Οι δυτικές κυβερνήσεις και αναλυτές που επικαλούνται οι New York Times προεξοφλούν ότι ο πόλεμος μπορεί να γίνει ακόμη πιο καταστροφικός. Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν φέρεται να προετοιμάζεται για χειμερινή επίθεση κατά των ουκρανικών γραμμών άμυνας και των υποδομών, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουκρανία αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις σε συστήματα αεράμυνας.

Ορισμένοι αξιωματούχοι εκτιμούν επίσης ότι ο Πούτιν ενδέχεται να προχωρήσει σε νέα, περιορισμένη επιστράτευση μετά τις κοινοβουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου. Άλλοι ανησυχούν ότι, εάν αισθανθεί ότι πιέζεται, μπορεί να επιδιώξει ευρύτερη κλιμάκωση και να δοκιμάσει την ενότητα του ΝΑΤΟ.

Η Ρωσία έχει καταστήσει σαφές ότι θεωρεί ως ελάχιστη προϋπόθεση για οποιαδήποτε διευθέτηση την πλήρη κατάληψη του Ντονμπάς. Σύμφωνα με αξιωματούχους και αναλυτές που επικαλούνται οι New York Times, εάν η Μόσχα δεν έχει επιτύχει αυτόν τον στόχο μέχρι το φθινόπωρο του 2027, οι πιθανότητες διαπραγματεύσεων ενδέχεται να αυξηθούν.

Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους οι Ευρωπαίοι θέλουν να έχουν λάβει εγκαίρως τις κρίσιμες αποφάσεις. Γαλλία, Γερμανία και Βρετανία θεωρούν ότι πρέπει να αποτελέσουν τον πυρήνα της ευρωπαϊκής διαπραγματευτικής ομάδας, καθώς είναι τα βασικά μέλη της λεγόμενης «συμμαχίας των προθύμων» που στηρίζει την Ουκρανία.

Οι τρεις χώρες έχουν ήδη επεξεργαστεί επιλογές για στρατιωτικές και άλλες εγγυήσεις ασφαλείας προς την Ουκρανία σε περίπτωση συμφωνίας με τη Ρωσία. Η Πολωνία, η Ιταλία και οι σκανδιναβικές χώρες, ωστόσο, θα πρέπει επίσης να συμμετάσχουν στη διαδικασία, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να ενημερώνεται και, σε μεταγενέστερο στάδιο, να έχει θεσμικό ρόλο.

Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο για τις χώρες της Βαλτικής και άλλα κράτη που δεν θεωρούν ότι η Γαλλία και η Γερμανία μπορούν από μόνες τους να εκπροσωπήσουν επαρκώς τα συμφέροντά τους απέναντι στη Ρωσία.

Το διπλωματικό άνοιγμα προς τη Μόσχα

Η συζήτηση εντάθηκε τον Ιούνιο, όταν ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι επιχείρησε να προετοιμάσει το έδαφος για πιθανές συνομιλίες με τη Ρωσία και τις ΗΠΑ. Στις 7 Ιουνίου συναντήθηκε στο Λονδίνο με τους ηγέτες της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας, προκειμένου να συζητήσουν τον ευρωπαϊκό ρόλο στις μελλοντικές διαπραγματεύσεις και τις βασικές αρχές μιας ενδεχόμενης συμφωνίας.

Τέσσερις ημέρες αργότερα, οι πρεσβευτές των τριών χωρών πραγματοποίησαν ασυνήθιστη συνάντηση στη Μόσχα με τον Ρώσο υφυπουργό Εξωτερικών Μιχαήλ Γκαλούζιν, ο οποίος έχει την αρμοδιότητα για την Ουκρανία.

Παράλληλα, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα επιχείρησε να ανοίξει απευθείας δίαυλο με τη Μόσχα, έπειτα από αίτημα του Ζελένσκι. Ο επικεφαλής του γραφείου του Κόστα, Πέδρο Λούρτιε, συνομίλησε με Ρώσους αξιωματούχους, μεταξύ των οποίων και ο Γιούρι Ουσακόφ, ο οποίος αποτελεί τον βασικό δίαυλο της Μόσχας με τον απεσταλμένο του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ.

Ο Κόστα υποστήριξε ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από τρίτους για την ερμηνεία των ρωσικών μηνυμάτων και πρέπει να έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει απευθείας στη Μόσχα τις δικές της θέσεις. Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι δεν υπήρχαν «αξιόπιστες ενδείξεις» πως η Ρωσία επιθυμούσε εκείνη την περίοδο σοβαρές διαπραγματεύσεις.

Η αντίδραση της Μόσχας ήταν απορριπτική. Ο Γκαλούζιν κατηγόρησε τις τρεις ευρωπαϊκές χώρες ότι ωθούν την Ουκρανία να συνεχίσει τον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας.

Η Ευρώπη έχει συμφέροντα που δεν μπορεί να παραχωρήσει

Η προσπάθεια του Κόστα προκάλεσε, με τη σειρά της, εσωτερικές ευρωπαϊκές αντιδράσεις. Γαλλία και Γερμανία τον επέκριναν για υπέρβαση των αρμοδιοτήτων του, ενώ Αυστρία και Βέλγιο στήριξαν την πρωτοβουλία. Οι χώρες της Βαλτικής, αντίθετα, αντιμετώπισαν οποιαδήποτε προσέγγιση προς τη Μόσχα ως κίνηση που μπορεί να εξυπηρετήσει τη ρωσική στρατηγική διαίρεσης της Ευρώπης.

Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν δήλωσε ότι όταν ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις, «οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να βρίσκονται στο τραπέζι», ενώ ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς υπογράμμισε ότι η συνεργασία Γαλλίας, Γερμανίας και Βρετανίας γίνεται κατόπιν αιτήματος της Ουκρανίας.

Για το ποιος θα εκπροσωπήσει θεσμικά την ΕΕ, ο Μερτς δήλωσε ότι η απόφαση θα ληφθεί όταν αρχίσουν οι συνομιλίες.

Το διακύβευμα, ωστόσο, είναι πολύ ευρύτερο από τη συμμετοχή σε μια διαπραγματευτική ομάδα. Η ΕΕ έχει ήδη επιβάλει 21 πακέτα κυρώσεων στη Ρωσία και διαθέτει το μεγαλύτερο μέρος των παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων. Και τα δύο ζητήματα θα βρεθούν στο επίκεντρο οποιασδήποτε συμφωνίας.

Παράλληλα, η Ευρώπη χρηματοδοτεί ήδη μεγάλο μέρος της ουκρανικής πολεμικής προσπάθειας και αναμένεται να παράσχει εγγυήσεις ασφαλείας στην Ουκρανία μετά από μια πιθανή ειρηνευτική συμφωνία. Για τον λόγο αυτό, η ευρωπαϊκή συμμετοχή δεν αφορά μόνο τη διπλωματική εκπροσώπηση, αλλά και την ανάληψη του κόστους και των κινδύνων της επόμενης ημέρας.

Το μάθημα από το σχέδιο Τραμπ

Η απουσία απευθείας ευρωπαϊκών διαύλων με τη Ρωσία από την έναρξη της εισβολής το 2022 προκαλεί αυξανόμενη ανησυχία.

Ο Γερμανός βουλευτής και ειδικός σε θέματα ασφάλειας Νόρμπερτ Ρέτγκεν εκτιμά, σύμφωνα με τους New York Times, ότι η Ευρώπη κάποια στιγμή θα πρέπει να βρίσκεται στο τραπέζι, καθώς η ευρωπαϊκή ασφάλεια διακυβεύεται και η Ουάσινγκτον δεν θεωρεί πλέον το ζήτημα ζωτικό αμερικανικό συμφέρον. Το πρόβλημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι ο Πούτιν έχει συμφέρον να διαιρεί τη Δύση και να διαχειρίζεται τις σχέσεις με την Ευρώπη μέσω της Ουάσινγκτον.

Άλλοι Ευρωπαίοι αναλυτές θεωρούν ότι η απουσία απευθείας διαύλων με τη Μόσχα έχει ήδη κοστίσει στην Ευρώπη. Ο Μαρκ Λέοναρντ, διευθυντής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων, χαρακτήρισε την κατάσταση σχεδόν «εγκληματική αμέλεια», δεδομένου του ύψους των διακυβευμάτων.

Ο πρώην Γερμανός διπλωμάτης Χανς-Ντίτερ Λούκας, ο οποίος έχει διατελέσει πρεσβευτής στο ΝΑΤΟ, τη Γαλλία και την Ιταλία, προειδοποίησε ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να επαναλάβει το λάθος του Νοεμβρίου του 2025, όταν ο Τραμπ και ο Γουίτκοφ διαμόρφωσαν με τη Μόσχα το αρχικό αμερικανορωσικό σχέδιο 28 σημείων για την Ουκρανία. «Οι Ευρωπαίοι έχουν χαρτιά, αλλά πρέπει να τα παίξουν έξυπνα», σημείωσε, σύμφωνα με τους New York Times.

Ταυτόχρονα, η ευρωπαϊκή προσπάθεια δεν μπορεί να εξελιχθεί σε αντιπαράθεση με την Ουάσινγκτον. Η συνεργασία με τις ΗΠΑ παραμένει κρίσιμη, καθώς διαφορετικά η Ρωσία θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί τις διαφωνίες μεταξύ των συμμάχων.

Διαβαστε επισης