Οικονομία

Alpha Bank.: Η πανδημία μείωσε το ΑΕΠ, όχι τον πλούτο


Η ελληνική οικονομία υπέστη μεγάλη συρρίκνωση του ΑΕΠ λόγω της πανδημίας, αλλά σε όρους "πλούτου" - χρηματοοικονομικού και μη - οι απώλειες ήταν πολύ περιορισμένες, επισημαίνει σε ανάλυση της Alpha Bank 

Οπως τονίζουν οι αναλυτές της τράπεζας, οι καταθέσεις παρουσίασαν μεγάλη αύξηση (+7,1 δισ. ευρώ στο 8μηνο Μαρίου-Νοεμβρίου), οι τιμές των ακινήτων (μη χρηματοοικονομικός πλούτος) ανέβηκαν, οι μετοχές και τα ομόλογα ανέκαμψαν.

Η παρατηρούμενη συγκράτηση των συνολικών καταναλωτικών δαπανών, σε συνδυασμό με το περιβάλλον αβεβαιότητας και τη δημοσιονομική πολιτική στήριξης του διαθεσίμου εισοδήματος οδήγησε σε άνοδο των καταθέσεων τόσο των νοικοκυριών, όσο και των επιχειρήσεων

Παρά την πανδημική κρίση, ο δείκτης όγκου στο λιανικό εμπόριο υποχώρησε μόνον οριακά στο πρώτο δεκάμηνο του έτους, με εξαίρεση τη δαπάνη για καύσιμα, που λόγω περιορισμών στις μετακινήσεις υποχώρησε πολύ περισσότερο.

Εξετάζοντας τη δομή των δαπανών στον οικογενειακό προϋπολογισμό, οι αναλυτές της Alpha Bank .σημειώνουν ότι οι πωλήσεις σε είδη πρώτης ανάγκης (φάρμακα, τρόφιμα) αυξήθηκαν σημαντικά. Αντίθετα, μειώθηκε κατακόρυφα η ζήτηση για διαρκή αγαθά και είδη υψηλής εισοδηματικής ελαστικότητας (π.χ. έπιπλα, συσκευές, ένδυση).

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, τους πρώτους δέκα μήνες του 2020, ο γενικός δείκτης όγκου στο λιανικό εμπόριο κατέγραψε ετήσια πτώση της τάξης του 2,8%, ενώ ο αντίστοιχος δείκτης εκτός καυσίμων υποχώρησε μόλις 0,4%, σε σύγκριση με το πρώτο δεκάμηνο του 2019.

Τον Οκτώβριο ο γενικός δείκτης όγκου στο λιανικό εμπόριο κατέγραψε άνοδο 4,7% σε ετήσια βάση, ενώ ο αντίστοιχος δείκτης χωρίς τα καύσιμα ήταν + 8,6%. Οι λιανικές πωλήσεις στα μεγάλα καταστήματα τροφίμων (super markets) αυξήθηκαν κατά 7,7% σε όγκο, στα πολυκαταστήματα κατά 6,8%, στα είδη ένδυσης-υπόδησης κατά 5% και στα βιβλία, χαρτικά και λοιπά είδη κατά 20%. Ειδικά για τα super markets, η αύξηση που παρατηρήθηκε τον Οκτώβριο, πιθανότατα οφείλεται στην πρόσκαιρη αλλαγή της αγοραστικής συμπεριφοράς των πολιτών, δηλαδή στην αυξημένη κατανάλωση, με σκοπό τη δημιουργία αποθεμάτων, εν όψει της επιβολής του δεύτερου lockdown, στις αρχές Νοεμβρίου («panic buying effect»).

Παράλληλα, σημαντική άνοδος έχει καταγραφεί και στις πωλήσεις εκτός καταστημάτων, σύμφωνα με το δείκτη κύκλου εργασιών, που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τις πωλήσεις μέσω διαδικτύου, κατά 29% τον Οκτώβριο και κατά 15,4%, συνολικά τους πρώτους δέκα μήνες του 2020.

Βάσει των ανωτέρω, εκτιμάται ότι η πτώση της ιδιωτικής κατανάλωσης, σε ετήσια βάση, το τελευταίο τρίμηνο του 2020, θα είναι ηπιότερη σε σύγκριση με τη μείωση που σημειώθηκε στο δεύτερο τρίμηνο του έτους (-12%). Σημειώνεται ότι, σωρευτικά το πρώτο εννεάμηνο του 2020, η ιδιωτική κατανάλωση μειώθηκε κατά 3,6%, σε σύγκριση με το ίδιο διάστημα του 2019.

Αβεβαιότητα και Αποταμίευση

Η μειωμένη δαπάνη των νοικοκυριών αλλά και η αβεβαιότητα που προκάλεσε η πανδημία, σχετικά με τη διατήρηση των θέσεων απασχόλησης και την εξέλιξη των μελλοντικών εισοδημάτων, οδήγησαν, μεταξύ άλλων, σε αξιοσημείωτη άνοδο της καταθετικής βάσης. Η εν λόγω άνοδος των καταθέσεων προήλθε από την αύξηση αφενός, της “αναγκαστικής” αποταμίευσης (οι καταναλωτές δεν μπορούν να δαπανήσουν -σε ένα βαθμό- εξαιτίας των μέτρων περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας), αφετέρου, της “προληπτικής” αποταμίευσης (οι καταναλωτές αποταμιεύουν, λόγω της αβεβαιότητας για την απασχόληση και τα μελλοντικά εισοδήματα).

Παράλληλα και οι επιχειρήσεις προχώρησαν σε συγκράτηση των δαπανών τους, εξαιτίας της αβεβαιότητας που προκάλεσε η πανδημία για την πορεία των εργασιών και τη ρευστότητά τους. Πρόσθετοι παράγοντες που οδήγησαν στην άνοδο των καταθέσεων ήταν τα μέτρα στήριξης της οικονομίας που υιοθέτησε η Ελληνική Κυβέρνηση, με σκοπό την αντιμετώπιση των δυσμενών επιπτώσεων της πανδημίας, όπως η παροχή ρευστότητας προς τις επιχειρήσεις, η οποία διοχετεύτηκε μέσω του τραπεζικού συστήματος, αλλά και η αναστολή πληρωμών προς το δημόσιο (φορολογικών υποχρεώσεων, εισφορών προς τα ασφαλιστικά ταμεία).

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το άθροισμα των μηνιαίων καθαρών ροών καταθέσεων των νοικοκυριών ανήλθε, στο διάστημα Μαρτίου-Νοεμβρίου, σε 7,1 δισ. ευρώ, ενώ των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, αντίστοιχα, σε 9,8 δισ. ευρώ. Αξίζει να σημειωθεί ότι αύξηση καταθέσεων τόσο των νοικοκυριών, όσο και των επιχειρήσεων, παρατηρήθηκε και στην Ευρωζώνη, από την εμφάνιση της πανδημίας και μετά, με την ίδια περίπου δυναμική.

Πλούτος Χρηματοοικονομικός και Μη

Η αύξηση των καταθέσεων συνιστά ενίσχυση του χρηματοοικονομικού πλούτου. Παράλληλα με την άνοδο των καταθέσεων, από τον Μάρτιο και μετά, οι χρηματιστηριακές αγορές ανέκαμψαν μερικώς, ενώ οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν. Όπως αναφέρεται στη σχετική μελέτη της Credit Suisse και σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία για το δεύτερο τρίμηνο του 2020, η ανάκαμψη των αγορών και οι υψηλές τιμές των ακινήτων είχαν ως αποτέλεσμα ο πλούτος των νοικοκυριών να προσεγγίσει το επίπεδο που βρισκόταν παγκοσμίως στο τέλος του 2019. Σημειώνεται ότι ο πλούτος των νοικοκυριών διακρίνεται σε χρηματοοικονομικό, δηλαδή ρευστά διαθέσιμα και κινητές αξίες (ομόλογα, μετοχές κ.λπ.) και σε μη χρηματοοικονομικό που αποτιμάται κατά κύριο λόγο στις αξίες των ακινήτων.

Τέλος, η πανδημία δεν ανέκοψε την ανοδική πορεία των τιμών ακινήτων ούτε στη χώρα μας, αλλά ούτε και στην Ευρωζώνη. Συγκεκριμένα, οι τιμές των οικιστικών ακινήτων στην Ελλάδα αυξήθηκαν το δεύτερο τρίμηνο του 2020 κατά 4,1% σε ετήσια βάση. Στην Ευρωζώνη  σημείωσαν άνοδο κατά 5,8%.

Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί -όπως αναφέρει η μελέτη της Credit Suisse- ότι οι προοπτικές της απασχόλησης, του μέσου εισοδήματος, των τιμών των μετοχών αλλά και του δημοσίου χρέους παραμένουν αβέβαιες, ενώ και τα κυβερνητικά μέτρα στήριξης των επιχειρήσεων και των εργαζομένων έχουν προσωρινό χαρακτήρα.

Η πτώση της οικονομικής δραστηριότητας το 2020, αλλά και οι αλλαγές στη συμπεριφορά των επιχειρήσεων και των καταναλωτών αναμένεται να επιφέρουν όχι μόνο επιβράδυνση του παγκόσμιου ΑΕΠ αλλά και δομικές αλλαγές όπως χαμηλότερα επίπεδα απασχόλησης και διαθεσίμου εισοδήματος, οι οποίες ενδέχεται να περιορίσουν για σημαντικό χρονικό διάστημα τη δυνατότητα των νοικοκυριών για συσσώρευση πλούτου,

Διαβάστε επίσης