Αγορές

Τράπεζα της Αγγλίας: Αύξησε τα επιτόκια για πρώτη φορά από το 2023 – Στο 4% το βασικό επιτόκιο


Σε αυστηρότερη νομισματική πολιτική επιστρέφει η Τράπεζα της Αγγλίας, αυξάνοντας τα επιτόκια για πρώτη φορά από τον Αύγουστο του 2023, καθώς η αναζωπύρωση του πληθωρισμού και η νέα ενεργειακή κρίση εντείνουν τις πιέσεις στη βρετανική οικονομία. Η απόφαση σηματοδοτεί αντιστροφή της πορείας αποκλιμάκωσης του κόστους δανεισμού που είχε ξεκινήσει μετά την προηγούμενη περίοδο νομισματικής σύσφιξης και επαναφέρει στο προσκήνιο τον κίνδυνο παρατεταμένου πληθωρισμού.

Ειδικότερα, η Επιτροπή Νομισματικής Πολιτικής (MPC) της κεντρικής τράπεζας αποφάσισε την Πέμπτη 5 Νοεμβρίου να αυξήσει το βασικό επιτόκιο κατά 25 μονάδες βάσης, από το 3,75% στο 4%. Πρόκειται για την πρώτη αύξηση από τον Αύγουστο του 2023, όταν το επιτόκιο είχε φθάσει στο 5,25%, στο πλαίσιο της προσπάθειας αντιμετώπισης του υψηλού πληθωρισμού.

Η απόφαση έρχεται μετά την επιτάχυνση των πληθωριστικών πιέσεων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο δείκτης τιμών καταναλωτή (CPI) αυξήθηκε στο 3,5% τον Σεπτέμβριο, από 3,1% τον Αύγουστο, απομακρυνόμενος περαιτέρω από τον στόχο του 2% που έχει θέσει η Τράπεζα της Αγγλίας. Παράλληλα, ο πληθωρισμός στις υπηρεσίες και ο δομικός πληθωρισμός παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, υποδεικνύοντας ότι οι πιέσεις δεν περιορίζονται μόνο στις τιμές της ενέργειας και των εμπορευμάτων.

Η κίνηση της Τράπεζας της Αγγλίας συνδέεται άμεσα με το νέο ενεργειακό σοκ που έχει προκαλέσει η παρατεταμένη σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου κινούνται κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν φθάσει περίπου στο τριπλάσιο των επιπέδων που επικρατούσαν πριν από την έναρξη της σύγκρουσης. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους μεταφέρεται σταδιακά στις επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα δύσκολο περιβάλλον για τη βρετανική νομισματική πολιτική. Από τη μία πλευρά, η κεντρική τράπεζα καλείται να περιορίσει τον πληθωρισμό και να αποτρέψει την παγίωση των αυξήσεων των τιμών. Από την άλλη, η αύξηση των επιτοκίων επιβαρύνει το κόστος χρηματοδότησης επιχειρήσεων και νοικοκυριών, περιορίζοντας την κατανάλωση και τις επενδύσεις.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας να περάσουν σε δεύτερο γύρο ανατιμήσεων, επηρεάζοντας τους μισθούς, τις τιμές των υπηρεσιών και το κόστος παραγωγής. Η Τράπεζα της Αγγλίας έχει επισημάνει ότι όσο περισσότερο διατηρούνται οι υψηλές τιμές ενέργειας τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο κίνδυνος οι αρχικές πληθωριστικές πιέσεις να αποκτήσουν πιο μόνιμα χαρακτηριστικά.

Πίεση στα στεγαστικά και στο κόστος δανεισμού

Η αύξηση του βασικού επιτοκίου στο 4% αναμένεται να επηρεάσει το συνολικό κόστος χρηματοδότησης στη βρετανική οικονομία. Οι εμπορικές τράπεζες συνήθως μετακυλίουν μέρος της αύξησης στα επιτόκια χορηγήσεων, με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται οι δανειολήπτες, ιδιαίτερα όσοι διαθέτουν στεγαστικά δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου ή πρόκειται να αναχρηματοδοτήσουν τις υποχρεώσεις τους.

Ήδη, σύμφωνα με τις επισημάνσεις του διοικητή της Τράπεζας της Αγγλίας, Άντριου Μπέιλι, η άνοδος των επιτοκίων στις χρηματαγορές έχει αρχίσει να μεταφέρεται στο κόστος των στεγαστικών δανείων. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος δανεισμού, γεγονός που μπορεί να περιορίσει τη διάθεση για νέες επενδύσεις και την επέκταση της παραγωγικής τους δραστηριότητας.

Σημαντικό στοιχείο για τις επόμενες αποφάσεις της νομισματικής αρχής θα αποτελέσει η εξέλιξη των μισθών και των εγχώριων τιμών. Οι επιχειρήσεις εκτιμούν ότι οι μισθολογικές αυξήσεις θα κινηθούν περίπου στο 3,5% την επόμενη χρονιά, επίπεδο αντίστοιχο με εκείνο της φετινής, γεγονός που προς το παρόν δεν υποδεικνύει μια νέα ισχυρή επιτάχυνση των μισθολογικών πιέσεων. Ωστόσο, η παρατεταμένη ακρίβεια στην ενέργεια και στα τρόφιμα μπορεί να ενισχύσει τις απαιτήσεις για υψηλότερες αποδοχές.

Διχασμός για την πορεία των επιτοκίων

Η επόμενη περίοδος θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης και από το κατά πόσο οι ανατιμήσεις θα επεκταθούν στο σύνολο της οικονομίας. Στο εσωτερικό της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής έχουν καταγραφεί διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς το πόσο γρήγορα πρέπει να αντιδράσει η κεντρική τράπεζα στις πληθωριστικές πιέσεις.

Η μία πλευρά δίνει έμφαση στην ανάγκη έγκαιρης παρέμβασης, ώστε να αποτραπεί η ενσωμάτωση του υψηλού πληθωρισμού στις μισθολογικές συμφωνίες και στις επιχειρηματικές τιμολογήσεις. Η άλλη επισημαίνει ότι η ήδη περιοριστική νομισματική πολιτική και η εξασθένηση της εγχώριας ζήτησης μπορούν να συγκρατήσουν τις πληθωριστικές πιέσεις χωρίς να απαιτηθεί άμεση περαιτέρω σύσφιξη.

Διαβαστε επισης