Αγορές

Ενέργεια: Όταν οι αγορές μετατρέπονται σε καθρέφτη της παγκόσμιας ανισότητας


Η θεωρία λέει ότι οι αγορές λειτουργούν σαν ένας αόρατος μηχανισμός ισορροπίας: όταν η προσφορά μειώνεται, οι τιμές ανεβαίνουν και έτσι οι πόροι κατευθύνονται εκεί όπου υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη - ή μεγαλύτερη προθυμία να πληρωθεί το τίμημα. Η πραγματικότητα, όμως, ειδικά σε περιόδους κρίσης, δεν είναι τόσο κομψή.

Σήμερα, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή περιορίζουν τη ροή πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο, ο κόσμος βιώνει μια πιο ωμή εκδοχή της αγοράς: τον νόμο του ισχυρότερου. Οι πλούσιες χώρες εξασφαλίζουν ενεργειακά αποθέματα, πληρώνοντας σχεδόν οποιαδήποτε τιμή, ενώ οι φτωχότερες μένουν αντιμέτωπες με ελλείψεις, κοινωνική ένταση και οικονομική ασφυξία.

Ορισμένοι οικονομολόγοι δεν διστάζουν να το πουν με το όνομά του: δεν πρόκειται απλώς για αγορά — πρόκειται για «αποθησαύριση».

Όταν ο φόβος γίνεται αυτοεκπληρούμενη προφητεία

Σε περιόδους αβεβαιότητας, η ενέργεια δεν είναι απλώς ένα εμπόρευμα. Είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας.

Κράτη όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα, η Ιαπωνία και οι ευρωπαϊκές οικονομίες σπεύδουν να «κλειδώσουν» προμήθειες πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ταυτόχρονα, ορισμένες χώρες περιορίζουν τις εξαγωγές τους για να προστατεύσουν τα εσωτερικά τους αποθέματα.

Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος:

  • η ανησυχία για έλλειψη οδηγεί σε μαζικές αγορές,
  • οι μαζικές αγορές ανεβάζουν τις τιμές,
  • οι αυξημένες τιμές ενισχύουν τον φόβο για περαιτέρω έλλειψη.

Έτσι, η κρίση δεν αντικατοπτρίζει μόνο μια πραγματική μείωση προσφοράς, αλλά ενισχύεται από την ίδια την ανθρώπινη αντίδραση στον φόβο.

Οι ισχυροί αγοράζουν. Οι υπόλοιποι περιμένουν

Σε έναν κόσμο όπου η πρόσβαση στην ενέργεια καθορίζεται όλο και περισσότερο από την οικονομική ισχύ, οι ανισότητες γίνονται πιο ορατές. Οι μεγάλες οικονομίες μπορούν να απορροφήσουν το κόστος των υψηλών τιμών, να δημιουργήσουν στρατηγικά αποθέματα και να διαφοροποιήσουν τις πηγές προμήθειας.

Η Κίνα, για παράδειγμα, έχει επενδύσει επί χρόνια σε τεράστιες αποθηκευτικές υποδομές και εναλλακτικές ενεργειακές πηγές. Ακόμη και όταν οι εισαγωγές της μειώνονται, η δυνατότητα αποθήκευσης λειτουργεί ως ασπίδα.

Αντίθετα, μικρότερες ή λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες βρίσκονται εκτεθειμένες. Στις Φιλιππίνες, όπου το 90% του πετρελαίου εισάγεται από τον Περσικό Κόλπο, η αύξηση των τιμών οδήγησε σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Στην Ινδία, ελλείψεις σε υγραέριο για μαγείρεμα έχουν ήδη προκαλέσει ελέγχους και επιδρομές κατά της αποθησαύρισης.

Σε άλλες περιοχές της Ασίας και της Αφρικής, η έλλειψη καυσίμων δεν είναι απλώς οικονομικό πρόβλημα, αλλά ζήτημα καθημερινής επιβίωσης.

Η «παράπλευρη απώλεια» της παγκοσμιοποίησης

Για δεκαετίες, η παγκοσμιοποίηση βασίστηκε σε μια απλή υπόθεση: ότι το ελεύθερο εμπόριο θα διασφαλίζει τη ροή βασικών αγαθών και θα μειώνει τις εντάσεις.

Όμως, κάθε μεγάλη κρίση αποκαλύπτει τα όριά της.

Κατά την πανδημία του Covid-19, δεκάδες χώρες περιόρισαν τις εξαγωγές ιατρικού εξοπλισμού. Τα εμβόλια κατευθύνθηκαν κυρίως στις πλούσιες οικονομίες. Το ίδιο μοτίβο είχε εμφανιστεί και σε παλαιότερες διατροφικές κρίσεις, όταν χώρες περιόριζαν εξαγωγές ρυζιού ή σιτηρών για να προστατεύσουν τους δικούς τους πληθυσμούς.

Σήμερα, η ενέργεια ακολουθεί την ίδια διαδρομή.

Όταν τα κράτη λειτουργούν με όρους «ο καθένας για τον εαυτό του», τα σύνορα αποκτούν ξανά βαρύτητα. Οι τιμές παύουν να είναι απλώς οικονομικό σήμα και μετατρέπονται σε εργαλείο ισχύος.

Αγορές χωρίς συντονισμό, κρίσεις χωρίς όριο

Διεθνείς οργανισμοί όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα και ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας έχουν ήδη απευθύνει εκκλήσεις για αυτοσυγκράτηση. Το μήνυμα είναι σαφές: "οι περιορισμοί εξαγωγών και η μαζική αποθήκευση επιδεινώνουν την κρίση".

Και όμως, η πολιτική πραγματικότητα κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Καμία κυβέρνηση δεν θέλει να κατηγορηθεί ότι άφησε τη χώρα της χωρίς καύσιμα. Έτσι, ακόμη και αν όλοι γνωρίζουν ότι η συλλογική συμπεριφορά επιδεινώνει το πρόβλημα, η εθνική προτεραιότητα υπερισχύει.

Ένας κόσμος πιο ακριβός και πιο άνισος

Η ενεργειακή κρίση δεν πλήττει όλους με τον ίδιο τρόπο. Για τις πλούσιες οικονομίες, σημαίνει υψηλότερο κόστος και πιθανή επιβράδυνση της ανάπτυξης. Για τις φτωχότερες, σημαίνει ελλείψεις, κοινωνικές αναταραχές και περιορισμό βασικών αγαθών.

Η ειρωνεία είναι ότι, σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο, οι κρίσεις παραμένουν βαθιά άνισες.

Ίσως το πιο ανησυχητικό να είναι αυτό: όταν ο φόβος της έλλειψης οδηγεί τις χώρες να συσσωρεύουν πόρους, η αγορά παύει να λειτουργεί ως μηχανισμός ισορροπίας και μετατρέπεται σε καθρέφτη της παγκόσμιας ανισότητας.

Α.Ν

Διαβαστε επισης