Με Άποψη

Υψηλοί φόροι και επιδοματική πολιτική


Οι εξοντωτικές επιβαρύνσεις αυξάνουν την φοροδιαφυγή των ελεύθερων επαγγελματιών. Περισσότεροι από τους μισούς εμφανίζουν εισοδήματα κάτω από το όριο φτώχειας και πηγαίνουν στο δημόσιο ταμείο για επιδόματα.

H δυσβάστακτη επιβάρυνση νοικοκυριών και επιχειρήσεων από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές αποτελεί αναμφισβήτητα τροχοπέδη στην ανάπτυξη. Οι πολλαπλές δυσμενείς επιπτώσεις της έχουν συζητηθεί πολύ. Όλοι -  και μαζί η κυβέρνηση - αναγνωρίζουν ότι η ελάφρυνση της φορολογίας αναγκαία προϋπόθεση για να φθάσουμε κάποτε σε υψηλό, μακροπρόθεσμο ρυθμό ανάπτυξης, που θα επαρκεί για να αντιμετωπίσει η χώρα το ογκώδες χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό.

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΣΑΜΠΑΝΗ*

Όμως, οι υψηλές φορολογικές επιβαρύνσεις έχουν άλλες δύο σοβαρές παρενέργειες, που δεν έχουν συζητηθεί σοβαρά:

- Αφ’ ενός λειτουργούν σαν ένα πολύ ισχυρό κίνητρο φοροδιαφυγής για όσους μπορούν ακόμη να φοροδιαφεύγουν χωρίς σοβαρό κίνδυνο να εντοπισθούν από τις αρχές.

- Αφ’ ετέρου, αυτή η ομάδα πολιτών που αποφεύγουν να πληρώνουν τους φόρους και τις εισφορές τους, μετατρέπεται σε «βαρίδι» για το κοινωνικό κράτος, που προσπαθεί να ανταποκριθεί στις αυξημένες ανάγκες υποστήριξης των πραγματικά ασθενέστερων.

 Η αναξιοπιστία των φορολογικών δηλώσεων

Τα τελευταία στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων αποκαλύπτουν ότι το φορολογικό μας σύστημα, παρά τις μεταρρυθμίσεις και βελτιώσεις που έγιναν τα τελευταία χρόνια, με υποδείξεις και τεχνική υποστήριξη από την Ευρώπη και το ΔΝΤ, εξακολουθεί να αποτυγχάνει παταγωδώς στην άντληση φορολογικών εσόδων από τους ελεύθερους επαγγελματίες.  Αυτοί κατορθώνουν ακόμη να κρατούν μεγάλο μέρος των εσόδων τους μακριά από την «τσιμπίδα» των φορολογικών αρχών.

Από την ανάλυση των στοιχείων διαπιστώνεται ότι η μεγάλη αύξηση των φορολογικών επιβαρύνσεων αποτέλεσε πρώτης τάξεως κίνητρο φοροδιαφυγής για τους ελεύθερους επαγγελματίες: Οποιοι μπορούν να κρύψουν εισοδήματα από την εφορία, κρύβουν... ακόμη περισσότερα.
Φθάνουμε, έτσι, στο σημείο όπου σχεδόν 300.000 ελεύθεροι επαγγελματίες (τρεις στους τέσσερις), δηλώνουν ετήσιο εισόδημα κάτω από 10.000 ευρώ! Κάτω από 5.000 ευρώ, δηλαδή κάτω από το επίσημο όριο φτώχειας, είναι τα δηλωμένα εισοδήματα σχεδόν 230.000 επαγγελματιών (57% του συνόλου)!

Αυτοί είναι οι επαγγελματίες που σε μεγάλο ποσοστό μπορούμε να πιθανολογήσουμε βάσιμα ότι φοροδιαφεύγουν, αλλά συνεχίζουν τις δραστηριότητες τους. Γιατί υπάρχει και μια ομάδα σχεδόν 100.000 επαγγελματιών που έχουν κλείσει τα βιβλία τους και μπορούμε να πιθανολογήσουμε ότι σε μεγάλο ποσοστό συνέχισαν να ασκούν τη δραστηριότητά τους, αλλά περνώντας πλέον στο «μαύρο» τομέα της οικονομίας.

Τα εισοδηματικά κριτήρια

Είναι προφανές ότι έχει δημιουργηθεί μια πολύ μεγάλη ομάδα πολιτών, που φοροδιαφεύγουν λιγότερο ή περισσότερο και κατηγοριοποιούνται ως «οικονομικά αδύναμοι». Με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια δεύτερη στρέβλωση, αυτή την φορά στη λειτουργία του κοινωνικού κράτους.

Τα τελευταία χρόνια έγινε προσπάθεια να εφαρμοσθούν ορισμένες σωστές ρυθμίσεις, όπως είναι το κοινωνικό εισόδημα αλληλεγγύης, ένα «δίχτυ» ελάχιστης εισοδηματικής προστασίας για τους ασθενέστερους. Ταυτόχρονα, όμως, ακολουθήθηκε επιδοματική κοινωνική πολιτική, με αποκορύφωμα τις πληρωμές των λεγόμενων κοινωνικών μερισμάτων, που έβγαιναν από την υπερβολική αφαίμαξη της κοινωνίας με φόρους και τη συγκράτηση πολύτιμων δαπανών του Δημοσίου, όπως οι επενδυτικές δαπάνες.

Κοινό χαρακτηριστικό όλων των επιδομάτων, από το κοινωνικό εισόδημα αλληλεγγύης ώς το «κοινωνικό μέρισμα», είναι ότι καταβάλλονται με εισοδηματικά κριτήρια.  Υπό την πίεση των δανειστών υιοθετήθηκε το καθιερωμένο διεθνώς μοντέλο του «means testing», προκειμένου να κατευθύνονται οι περιορισμένοι πόροι του κράτους σε όσους έχουν πραγματική ανάγκη.

Όμως, όταν το “means testing” (εισοδηματικός έλεγχος) βασίζεται στα στοιχεία των φορολογικών δηλώσεων, καταλήγει σε λάθος αποτελέσματα: Φθάνουμε στο σημείο όπου πιθανόν δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες φοροφυγάδες επαγγελματίες εμφανίζονται ως… αναξιοπαθούντες. Παίρνουν έτσι επιδόματα που προορίζονται για πραγματικά φτωχούς, «γονατίζοντας» το κοινωνικό κράτος.
 Αντίστροφα, τα επιδόματα  σε συνδυασμό με την εξαιρετικά υψηλή φορολογία, γίνονται κίνητρο για να κρύβουν όσο περισσότερα μπορούν.

Παρενέργειες

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στο πεδίο της στενά νοούμενης κοινωνικής πολιτικής. Περνά και σε άλλες πλευρές της οικονομικής πολιτικής. Για παράδειγμα, η ρύθμιση για την προστασία της πρώτης κατοικίας, όπου για πρώτη φορά η κυβέρνηση περιέλαβε και τους επαγγελματίες, υπάρχει εύλογη ανησυχία ότι θα αξιοποιηθεί και από τους φοροφυγάδες που φαίνονται φτωχοί και εμπίπτουν στα εισοδηματικά κριτήρια του νέου νόμου.

Έτσι, οι τράπεζες είναι πιθανό να αναδιαρθρώσουν - και μάλιστα με κρατική επιδότηση - τα δάνεια φοροφυγάδων που εκμεταλλεύονται άλλη μια φορά τις αδυναμίες του συστήματος.

 Λιγότεροι φόροι

Σε ποιο συμπέρασμα οδηγούν οι παραπάνω σκέψεις; Τα εισοδηματικά κριτήρια για τις παροχές του κοινωνικού κράτους προφανώς και πρέπει να διατηρηθούν. Όμως, χρειαζόμαστε κατεπειγόντως ένα φορολογικό σύστημα που δεν θα δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει. Οι φορολογικές και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις πρέπει επειγόντως να εκλογικευθούν, για να πάψουν να λειτουργούν σαν κίνητρα φοροδιαφυγής και μετάβασης στο «μαύρο» τομέα της οικονομίας.

Χρειάζεται να γίνει μια σοβαρή και υπεύθυνη συζήτηση με τους δανειστές, για να καταλάβουν ότι η ορθολογική φορολόγηση της οικονομικής δραστηριότητας θα κάνει περισσότερους να εργασθούν για την αύξηση των εισοδημάτων τους, αλλά και να τα δηλώσουν στην εφορία. Ετσι θα ενισχυθεί η ανάπτυξη, θα αυξηθούν τα φορολογικά έσοδα και θα επιτυγχάνονται οι δημοσιονομικοί.

Επίσης, ο εξορθολογισμός φόρων και εισφορών θα βοηθήσει το κοινωνικό κράτος να κατευθύνει πιο σωστά τους περιορισμένους πόρους του για την ανακούφιση των πραγματικά φτωχών.

*Οικονομολόγος, πρώην στέλεχος τραπεζών.

Διαβάστε επίσης