Οικονομία

Χαμηλώνει τον πήχυ της ανάπτυξης στην Ελλάδα η Κομισιόν


Συμμεριζόμενη σε γενικές γραμμές τις εκτιμήσεις-προβλέψεις του ΔΝΤ και πολλών διεθνών οίκων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναθεωρεί προς τα κάτω τις προβλέψεις της για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Οπως επισημαίνει, ο υψηλός πληθωρισμός θα "ροκανίσει" αγοραστική δύναμη μειώνοντας την κατανάλωση, ενώ οι επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία θα επιδεινώσουν τις προοπτικές και τη δυναμική οικονομικής ανάκαμψης.

Για το τρέχον έτος η Κομισιόν προβλέπει ότι η ελληνική οικονομία θα "τρέξει" με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 3,5%, αντί του 4,9% που ήταν η προηγούμενη πρόβλεψη του Φεβρουαρίου. Η διαφορά είναι πολύ μεγάλη και εκτιμάται ότι θα επηρεάσει αισθητά την αγορά ελληνικών ομολόγων, και το χρηματιστήριο.

Επι τα χείρω αναθεωρείται και η πρόβλεψη για την επόμενη χρονιά: Αντί του 3,5% που προέβλεπε στην προηγούμενη έκθεσή της, η Επιτροπή εκτιμά τώρα ότι η ελληνική οικονομία θα εμφανίσει ρυθμό ανάπτυξης 3,1% το 2023.

Στην εαρινή έκθεσή με τις εαρινές οικονομικές προβλέψεις της που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα, τονίζει ότι «μετά την ταχεία ανάκαμψη από την πανδημία και ένα πολλά υποσχόμενο ξεκίνημα τους πρώτους μήνες του έτους, ο πόλεμος στηνς Ουκρανία έχει θολώσει τις προοπτικές για την Ελλάδα. Η ανάπτυξη αναμένεται να επιβραδυνθεί, αλλά θα συνεχισθεί, βοηθούμενη από την ισχυρή ανάκαμψη του τουρισμού μέχρι το τέλος του προβλεπόμενου ορίζοντα (2023)».

Γρήγορη ανάκαμψη από την πανδημία

Η Επιτροπή αναφέρει ότι παρά την παρατεταμένη αβεβαιότητα λόγω των διαδοχικών κυμάτων της πανδημίας, η ελληνική οικονομία ανέκαμψε γρήγορα το 2021, αντισταθμίζοντας σχεδόν πλήρως την απότομη οικονομική πτώση από το 2020.

Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 8,3% το 2021, αντανακλώντας την καλύτερη από την αναμενόμενη τουριστική περίοδο, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση ανέκαμψε σχεδόν πλήρως. Η αναπτυξιακή δυναμική ενισχύθηκε από την αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων και των εξαγωγών.

Σύμφωνα με την Επιτροπή, η αναταραχή στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας θα εντείνει τι πληθωριστικές πιέσεις και θα επιβαρύνει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Ωστόσο, τα μέτρα κρατικής στήριξης, οι αυξήσεις στον κατώτατο μισθό και οι οικονομίες που συσσωρεύτηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας αναμένεται να αμβλύνουν εν μέρει τις αρνητικές επιπτώσεις στην ιδιωτική κατανάλωση.

Επιπλέον, η αύξηση των εξαγωγών προβλέπεται να παραμείνει σταθερή λόγω της ανάκαμψης του τουρισμού, ο οποίος εκτιμάται ότι θα παραμείνει ανθεκτικός δεδομένου του περιορισμένου μεριδίου τουριστών από τη Ρωσία, την Ουκρανία και τη Λευκορωσία στις συνολικές αφίξεις. Ωστόσο, η αύξηση των εξαγωγών αγαθών αναμένεται να μειωθεί σε σύγκριση με προηγούμενες εκτιμήσεις εν όψει της προβλεπόμενης επιβράδυνσης στην ΕΕ και στην παγκόσμια οικονομία συνολικά.


Απασχόληση και αμοιβές εργασίας

Οσον αφορά την απασχόληση, η Επιτροπή τονίζει ότι συνεχίζεται η δημιουργία θέσεων εργασίας, εν μέσω υψηλού πληθωρισμού. Η δημιουργία θέσεων εργασίας παρουσίασε ισχυρή ανάπτυξη το δεύτερο εξάμηνο του 2021 λόγω της αύξησης της απασχόλησης στη γεωργία και τη μεταποίηση. Αναμένεται να συνεχιστεί και το 2022, παρά τη συνολική επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας φέτος.

Επίσης, επισημαίνεται ότι ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε κατά 7,5% τον Μάιο του 2022, μετά από μια μέτρια αύξηση κατά 2% τον Ιανουάριο του 2022. «Αυτό είναι πιθανό να υποστηρίξει την αύξηση των ονομαστικών μισθών το δεύτερο εξάμηνο του έτους, δεδομένου ότι σχεδόν το ένα τρίτο του συνόλου των εργαζομένων στη χώρα λαμβάνει κατώτατο μισθό», εκτιμά η Επιτροπή.
Πληθωρισμός

Σύμφωνα με την Επιτροπή, ο πληθωρισμός αναμένεται να κορυφωθεί το δεύτερο τρίμηνο του 2022 και να παραμείνει υψηλός στη συνέχεια, πριν υποχωρήσει το 2023. Η αύξηση των διεθνών τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου είναι ο κύριος μοχλός, ενώ η αύξηση του βασικού κόστους εισροών, όπως τα λιπάσματα και οι μεταφορές, επηρεάζει τις τιμές των τροφίμων. Ο συνολικός πληθωρισμός προβλέπεται να φτάσει στο 6,3% το 2022 και στο 1,9% το 2023.

Πρωτογενές πλεόνασμα

Θετικές εξελίξεις επισημαίνει η Κομισιόν στο δημοσιονομικό μέτωπο. Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης έφτασε στο 7,4% του ΑΕΠ το 2021, γεγονός που αντανακλά κυρίως τα μέτρα έκτακτης ανάγκης και στήριξης που εξακολουθούν να ισχύουν σχετικά με την πανδημία.

Καθώς η ανάπτυξη συνεχίζεται και ορισμένα από τα μέτρα που σχετίζονται με την πανδημία έχουν ήδη καταργηθεί, το έλλειμμα αναμένεται να μειωθεί στο 4,3% του ΑΕΠ το 2022, αν και αναμένεται επίσης να επηρεαστεί από τα προσωρινά μέτρα που ελήφθησαν ως απάντηση στις υψηλές τιμές ενέργειας.

Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να μειωθεί στο 1% του ΑΕΠ το 2023, φέρνοντας το πρωτογενές πλεόνασμα στο 1,3% του ΑΕΠ. Αυτή η προβλεπόμενη μείωση προϋποθέτει ότι τα περισσότερα από τα οικονομικά μέτρα που σχετίζονται με την πανδημία, καθώς και εκείνα που εφαρμόζονται για να μετριαστεί ο αντίκτυπος των υψηλών τιμών της ενέργειας, θα καταργηθούν σταδιακά. Επίσης, η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι προβλεπόμενοι παράγοντες για την παράταση των δύο φιλικών προς την ανάπτυξη φορολογικών περικοπών που σχεδιάστηκαν από τις Αρχές, οι οποίες βασίζονται σε μέτρα που αρχικά θεσπίστηκαν το 2021 και το 2022 για την ανακούφιση των επιπτώσεων της πανδημίας, επρόκειτο να λήξουν στα τέλη του τρέχοντος έτους.

Δημόσιο χρέος

Το δημόσιο χρέος μειώθηκε στο 193% του ΑΕΠ λόγω της έντονης αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ. Αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω στο 186% του ΑΕΠ το 2022 και σε περίπου 180% το 2023, υποστηριζόμενο από την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ και τα δύο έτη και του πρωτογενούς πλεονάσματος το 2023.

Καταλήγοντας, η έκθεση της Επιτροπής τονίζει ότι «παρά το καλύτερο από το αναμενόμενο αποτέλεσμα του 2021, οι δημοσιονομικοί κίνδυνοι παραμένουν σημαντικοί». Σχετίζονται κυρίως με ενδεχόμενη ενεργοποίηση κρατικών εγγυήσεων που εκδόθηκαν στο πλαίσιο των μέτρων στήριξης, τις δικαστικές υποθέσεις κατά της εταιρείας ακινήτων (ΕΤΑΔ) και την εκκρεμή απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για καταβολή αναδρομικών σε συνταξιούχους που είχαν υποστεί περικοπές σε επικουρικές συντάξεις.

 

Διαβαστε επισης