Άμυνα & Διπλωματία

Βερναρδάκης: Για πρώτη φορά το μέτωπο εναντίον της Τουρκίας είναι τόσο αρραγές σε διεθνές επίπεδο


Η Ελλάδα είναι πιστή στο δόγμα ότι δεν απειλεί κανέναν, αλλά δε θα δεχθεί και καμία απειλή από καμία χώρα, δήλωσε ο αρμόδιος για τον συντονισμό του κυβερνητικού έργου υπουργός Επικρατείας, βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και εκ νέου υποψήφιος στην Α' Αθηνών, Χριστόφορος Βερναρδάκης, μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό του Αθηναϊκού- Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων «Πρακτορείο 104,9 FM» για τις εξελίξεις με την Τουρκία.

Αναφορικά με την υιοθέτηση μέτρων καταδίκης παράνομων ενεργειών της Τουρκίας στην Κυπριακή ΑΟΖ και το Αιγαίο ο κ. Βερναρδάκης επισήμανε: «Τα μέτρα που θα ληφθούν θα έχουν μια κλιμάκωση. Είναι σημαντικό αυτή τη στιγμή ότι τα κυπριακά σύνορα και ο κυπριακός ζωτικός χώρος είναι ευρωπαϊκά σύνορα και ευρωπαϊκός ζωτικός χώρος και αυτό είναι κοινή συνείδηση όλων των εταίρων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Δύση γενικότερα. Τα μέτρα θα συζητηθούν σήμερα στο υψηλότερο επίπεδο που μπορεί να συζητηθούν και βεβαίως θα έχουμε μία κλιμάκωση. Νομίζω ότι η Τουρκία θα πρέπει να το σκεφτεί και ανάποδα, ζει αυτή τη στιγμή μία πολύ σοβαρή απομόνωση, η οποία βεβαίως έρχεται σε μία δύσκολη στιγμή -και οικονομικά- για αυτήν. Νομίζω ότι από όποια πλευρά κι αν το δει κανείς και το συμφέρον της Τουρκίας είναι να έχει καλές σχέσεις και να προχωρεί με την Ελλάδα -και την Κύπρο βεβαίως και την ΕΕ- και σε καμιά περίπτωση δεν τη συμφέρει να κλιμακώσει μια τέτοια προκλητική συμπεριφορά, διότι για πρώτη φορά το μέτωπο εναντίον της Τουρκίας είναι τόσο αρραγές σε διεθνές επίπεδο».

«Σε κάθε περίπτωση», συνέχισε ο υπουργός, «προκλήσεις και διαδικασίες δε θα μένουν αναπάντητες και η Ελλάδα αυτή τη στιγμή έχει μία πολύ ισχυρή θέση στον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο ορίζοντα, έτσι ώστε να μπορεί να διασφαλίσει και τα δικά της δίκαια, αλλά και βεβαίως και τα δίκαια συνολικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης» και «επομένως για πρώτη φορά είναι τόσο έντονη η διάθεση που υπάρχει για την υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου έναντι της Τουρκίας και των προκλήσεων που κάνει και δεν είναι πια μόνο εθνικό ζήτημα, έχει διεθνοποιηθεί κατά κάποιον τρόπο αυτή η υπόθεση και αυτό είναι μία μεγάλη διπλωματική καταρχήν επιτυχία της Ελλάδας ιστορικά και πάνω σε αυτή τη θωράκιση που έχουμε σήμερα, εμείς θα προστατευτούμε και θα προστατεύσουμε τα εθνικά μας δίκαια».

«Θα δούμε πόσο, μέχρι ποιου σημείου, θα αντέξει αυτή τη διεθνή πίεση ο Ερντογάν, θα δούμε σήμερα το Συμβούλιο Ασφαλείας τι θα αποφασίσει και πώς θα κλιμακώσει τα μέτρα -τα μηνύματα θα είναι σαφή- επομένως θα περιμένουμε και από την άλλη πλευρά τις αντίστοιχες κινήσεις. Θέλω να πιστεύω, όμως, ότι μια πιο ψύχραιμη εκτίμηση των συνολικών δεδομένων θα οδηγήσει και τον Ερντογάν σε μία αναδίπλωση», κατέληξε ο κ. Βερναρδάκης.

«Η Ελλάδα κατέστη ένα πειραματόζωο άσκησης πολύ ακραίων επιθετικών πολιτικών λιτότητας»

Κληθείς να σχολιάσει την ομιλία του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν Κλωντ Γιούνκερ στο ετήσιο φόρουμ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και την αναφορά του στη στατιστική αποτύπωση του ελληνικού χρέους και του ελλείμματος από το 2004 έως το 2010 ο κ. Βερναρδάκης παρατήρησε: «Πληθαίνουν πια οι δηλώσεις και οι εκτιμήσεις ότι -είτε φταίει η γραφειοκρατία, είτε φταίει η πολιτική ηγεσία, είτε και οι δύο μαζί- η Ελλάδα κατέστη ένα πειραματόζωο άσκησης πολύ ακραίων επιθετικών πολιτικών λιτότητας και αυτό είναι κάτι που σιγά- σιγά το αναγνωρίζει ο Γιούνκερ, η Λαγκάρντ, το αναγνώρισε μέχρι και ο Ντάισελμπλουμ. Εδώ έγινε μία μεγάλη συζήτηση, ως συνήθως έγινε με κακό τρόπο, είχαμε μια αναθεώρηση από την ΕΛΣΤΑΤ των στοιχείων ελλειμμάτων, πηγαίνανε σε διαδικασίες αναθεώρησης δεδομένων, πάνω στα δεδομένα αυτά γινόντουσαν εκτιμήσεις και αυτό όμως ο ελληνικός λαός το πλήρωσε πάρα πολύ σκληρά με την ακραία πολιτική λιτότητας που εφαρμόστηκε μετά το 2010, με την καταλήστευση των ασφαλιστικών ταμείων, με τα PSI, με τα σκάνδαλα».

«Προσωπικά», εξήγησε ο υπουργός, «δε με εκπλήσσουν αυτές οι δηλώσεις» και «το ζήτημα είναι αν και ο ελληνικός λαός, αλλά και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί έχουμε αντιληφθεί ότι σε όλη αυτή την εξέλιξη χρειάζεται περισσότερη δημοκρατία και περισσότερη σοβαρότητα, όταν έχουμε να κάνουμε με τις ζωές των ανθρώπων», αλλά «στην Ελλάδα [...] να έρχονται τώρα εκ των υστέρων και να λένε ότι ήταν λάθος τα στοιχεία ή γίναμε θύματα λάθος πολλαπλασιαστών, είναι βεβαίως ευχάριστες αποδοχές, αλλά δεν παύει να έχουμε αφήσει πίσω μας ανθρώπους, ζωές και περιουσίες που χάθηκαν όλα αυτά τα χρόνια».

«Από τη δική μας πλευρά, επειδή ποτέ δεν παίξαμε ούτε με τα στοιχεία, ούτε τα πλασματικά, ούτε με την ΕΛΣΤΑΤ, ούτε τα δεδομένα αυτά, είχαμε μία σαφή γραμμή. Προφανώς πονέσαμε και εμείς, γιατί εξαναγκαστήκαμε μετά τη συμφωνία του Ιουλίου σε ένα πρόγραμμα που είχε πάρα πολλές δύσκολες πλευρές, αλλά αγωνιστήκαμε -αν μη τι άλλο- να μπορέσουμε να προστατεύσουμε ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας, που είχε την περισσότερη ανάγκη μετά από αυτή την κρίση που είχαμε περάσει», πρόσθεσε.

Σχολιάζοντας την τηλεοπτική συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη και τις δηλώσεις πρόθεσης διατήρησης των θετικών μέτρων που ψηφίστηκαν πρόσφατα ο κ. Βερναρδάκης είπε: «Ζούμε ένα θέατρο του παραλόγου, ζούμε την πολιτική της απαξίωσης και της "καμμένης γης" το προηγούμενο διάστημα, αλλά βεβαίως όταν έλθει η ώρα να μιλήσουμε για αυτά τα συγκεκριμένα πράγματα, τα θεωρούμε θετικά και θεωρούμε ότι θα συνεχιστεί αυτή η πολιτική. Είναι θετικό το γεγονός ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσπαθεί καταρχήν να κατευνάσει ανησυχίες. Είναι θετικό γιατί η κοινωνία, ανεξαρτήτως του ποιος διοικεί τη χώρα, πρέπει να έχει μίνιμουμ δικαιώματα κι εμείς έτσι πολιτευτήκαμε». Παρατήρησε, δε, ότι και στο θέμα του μακεδονικού «κατηγορήθηκαν κάποιοι για προδότες, αλλά σήμερα όμως ξαφνικά η συμφωνία είναι τόσο καλή, ώστε ο Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία λένε θα εποπτεύουν την ορθή τήρησή της, δηλαδή την ορθή τήρηση μιας προδοτικής κατά τα άλλα συμφωνίας. Αφού κάψαμε λοιπόν τη γη, αφού δηλητηριάσαμε το πολιτικό κλίμα, αφού δημιουργήσαμε μια απίστευτη τοξικότητα και απελευθερώσαμε ό,τι ακροδεξιό και καθυστερημένο στοιχείο στην ελληνική κοινωνία μπορούσαμε να απελευθερώσουμε, ξαφνικά η συμφωνία και θα τηρηθεί για λόγους διεθνούς δικαίου και έχει χαρακτηριστικά θετικά, τα οποία θα πρέπει να τα εποπτεύουμε μην τυχόν και κάποιος δεν τα εφαρμόσει».