Οικονομία

Βαρύ κλίμα στις Βρυξέλλες για προϋπολογισμό, ελαφρύνσεις


Η Επιτροπή θεωρεί υπερβολικά φιλόδοξες τις προβλέψεις για την ανάπτυξη και αντιτίθεται στη δημοσιονομική χαλάρωση

Σε αρκετά βαρύ κλίμα συνεχίζουν να εξετάζουν οι τεχνοκράτες των Βρυξελλών το σχέδιο προϋπολογισμού της ελληνικής κυβέρνησης για το 2020, καθώς το γενικό συμπέρασμα που εξάγουν ως τώρα είναι ότι η Αθήνα προχωρά σε μέτρα υπερβολικού ύψους για την τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας και υιοθετεί εξίσου υπερβολικά φιλόδοξες προβλέψεις για μια «έκρηξη» της ανάπτυξης, ώστε να «βγει ο λογαριασμός» για πλεόνασμα λίγο πάνω από 3,5% του ΑΕΠ.

Οι συζητήσεις για την τέταρτη μεταμνημονιακή αξιολόγηση, στο πλαίσιο της ενισχυμένης επιτήρησης της Ελλάδας, συνεχίζονται με εξ αποστάσεως επικοινωνία. Όμως, αυτό που προέχει για την Κομισιόν, σύμφωνα με πληροφορίες από τις Βρυξέλλες, δεν είναι αυτή η αξιολόγηση, που υπάρχει χρόνος να ολοκληρωθεί ως τα τέλη Νοεμβρίου και πάντως πριν τη συνεδρίαση Δεκεμβρίου του Eurogroup.

Ο μεγαλύτερος «πονοκέφαλος» είναι, αυτή την περίοδο, η προετοιμασία των φθινοπωρινών προβλέψεων της Κομισιόν για την ευρωπαϊκή οικονομία, που ανακοινώνονται στις αρχές Νοεμβρίου, αλλά και η διαδικασία ελέγχου του ελληνικού προϋπολογισμού, στο πλαίσιο του λεγόμενου «ευρωπαϊκού εξαμήνου», στο οποίο μετέχει πλέον και η Ελλάδα, μετά τη λήξη του μνημονίου.

Κατά την τελευταία του επίσκεψη στην Αθήνα, ο απερχόμενος επίτροπος Πιερ Μοσκοβισί τόνισε κατ' επανάληψη ότι αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι να ανακοινώσει η κυβέρνηση έναν αξιόπιστο προϋπολογισμό. Αυτή η προειδοποίηση δεν ήταν τυχαία, καθώς η Κομισιόν ανησυχούσε για το ενδεχόμενο να καταρτισθεί ένα σχέδιο προϋπολογισμού βασισμένο σε υπερβολικά φιλόδοξες προβλέψεις για την ανάπτυξη και με μέτρα πολιτικής για την τόνωση της οικονομίας που θα δοκιμάσουν την αντοχή του προϋπολογισμού στα όριά της.

Μετά την κατάθεση του προσχεδίου του προϋπολογισμού στη Βουλή, το οποίο αναμένεται να υποβληθεί στις αρχές της επόμενης εβδομάδας στην Κομισιόν στο πλαίσιο του «ευρωπαϊκού εξαμήνου» οι ανησυχίες των Βρυξελλών φάνηκαν να επιβεβαιώνονται και η Επιτροπή βρίσκεται σε αρκετά δύσκολη θέση, καθώς, σε πολιτικό επίπεδο, επιθυμία όλων είναι να μην δημιουργηθούν νέα προβλήματα στις σχέσεις με την Ελλάδα και τη νέα κυβέρνηση, αλλά από την άλλη εκφράζονται φόβοι ότι θα αμφισβητηθεί η αξιοπιστία της Επιτροπής, εάν υιοθετήσει τις ελληνικές προβλέψεις.

Ο ελληνικός προϋπολογισμός κινείται ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση από τα βασικά συμπεράσματα της Κομισιόν για την πορεία της οικονομίας της ευρωζώνης και τις ενέργειες που θα πρέπει να γίνουν από τις κυβερνήσεις:

  1. Σε έγγραφο της Επιτροπής προς τους υπουργούς Οικονομικών, που αποκαλύφθηκε από το Reuters, εκφράζονται φόβοι για μεγάλη οικονομική επιβράδυνση και υιοθετούνται οι προτάσεις του Μάριο Ντράγκι για αύξηση δημοσίων δαπανών από τις κυβερνήσεις με μεγάλα πλεονάσματα, όπως η Γερμανία και η Ολλανδία. Στο ίδιο έγγραφο τονίζεται, όμως, ότι οι χώρες με υψηλό χρέος, όπως η Ιταλία και η Ελλάδα δεν θα πρέπει να υιοθετήσουν μέτρα τόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας, αλλά, αντίθετα, να συνεχίσουν τις προσπάθειες μείωσης του χρέους, για να αποκαταστήσουν την αξιοπιστία τους.
  2. Την ώρα που η Κομισιόν ανησυχεί για την επιβράδυνση στην ευρωζώνη, τονίζοντας μάλιστα ότι τα πράγματα μπορεί να γίνουν πολύ χειρότερα, αν επιβεβαιωθούν δυσμενή σενάρια για το παγκόσμιο εμπόριο και το Brexit, η ελληνική κυβέρνηση προβλέπει αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης στο 2,8%, δηλαδή 0,6% υψηλότερα από την πρόβλεψη που έκανε η Κομισιόν μόλις την περασμένη άνοιξη. Ταυτόχρονα, ενώ η σύσταση της Επιτροπής είναι να μην προχωρήσει η Ελλάδα σε μέτρα τόνωσης της οικονομίας, η Αθήνα ενσωματώνει στον προϋπολογισμό ελαφρύνσεις και κοινωνικά μέτρα με κόστος 1,2 δισ. ευρώ.

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη εκ του γεγονότος ότι η κυβέρνηση δεν έχει αποδεχθεί ως τώρα τις συστάσεις της Επιτροπής να ισορροπήσει τα τονωτικά μέτρα με σοβαρά «αντίβαρα», αλλά περιέλαβε στον προϋπολογισμό μόνο κάποιες γενικόλογες αναφορές σε περικοπές δαπανών και περιορισμό της φοροδιαφυγής μέσω των ηλεκτρονικών συναλλαγών.

Το ερώτημα είναι πώς θα καταφέρουν Αθήνα και Βρυξέλλες να κλείσουν το μεγάλο κενό που τις χωρίζει για τις προβλέψεις και τα μέτρα πολιτικής του 2020, πριν υποχρεωθεί η Επιτροπή να δημοσιοποιήσει μια πρόβλεψη για την ανάπτυξη του 2020 αρκετά χαμηλότερη από την ελληνική και πριν αναγκασθεί, στο πλαίσιο του «ευρωπαϊκού εξαμήνου» να απευθύνει συστάσεις στην Ελλάδα για διορθωτικά μέτρα για το 2020.

Παρότι το πολιτικό κλίμα που επικρατεί στις Βρυξέλλες, μετά και την επιλογή του Ιταλού, Πάολο Τζεντιλόνι ως επιτρόπου Οικονομίας, δεν φαίνεται να συνάδει με νέες συγκρούσεις της Επιτροπής με εθνικές κυβερνήσεις για επιβολή μέτρων λιτότητας, το πρόβλημα είναι ότι οι αποκλίσεις με την Αθήνα παραμένουν τόσο μεγάλες, που είναι δύσκολο να υιοθετήσει η Επιτροπή τις εκτιμήσεις της ελληνικής κυβέρνησης, χωρίς να κινδυνεύει να κατηγορηθεί για αναξιοπιστία των υπηρεσιών της και χαριστική μεταχείριση της Ελλάδας...