Πολιτική

TτΕ: Οι κίνδυνοι στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον απειλούν όλους


Η μεταβλητότητα των διεθνών αγορών κεφαλαίου, η κάμψη στις τιμές του πετρελαίου, η έξαρση της τρομοκρατίας, η προσφυγική κρίση, η απειλή εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ, και η ύπαρξη σημαντικών μακροοικονομικών ανισορροπιών μέσα στην ευρωζώνη  συνιστούν εκρηκτικό μείγμα στην διεθνή οικονομία και τα οικονομικά της Ελλάδας, σύμφωνα με την σημερινή ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας Γιάννη Στουρνάρα.

Συγκεκριμένα, έχει αυξηθεί η μεταβλητότητα των διεθνών αγορών κεφαλαίου, καθώς και η αποστροφή ανάληψης κινδύνου εξαιτίας της μεγαλύτερης αβεβαιότητας για την πορεία της διεθνούς οικονομίας (ιδιαίτερα της Κίνας και αρκετών αναπτυσσόμενων χώρων), της συνεχιζόμενης πολύ μεγάλης κάμψης στις τιμές του πετρελαίου, που ναι μεν είναι θετική για τις χώρες που εισάγουν πετρέλαιο, ενέχει όμως ορισμένες αποσταθεροποιητικές επιδράσεις για τις τράπεζες που είναι εκτεθειμένες σε στοιχεία ενεργητικού που εξαρτώνται θετικά από την τιμή του πετρελαίου, καθώς και λόγω των συναλλαγματικών εντάσεων που ενδεχομένως προκύψουν από τις αντίθετες πορείες της νομισματικής πολιτικής στην ευρωζώνη, την Ιαπωνία και τις ΗΠΑ, αλλά και από την πορεία της συναλλαγματικής ισοτιμίας του κινεζικού νομίσματος.

Επιπλέον, η έξαρση της τρομοκρατίας, οι διαφοροποιήσεις πολλών κρατών-μελών στην Ευρώπη για το πώς θα αντιμετωπιστεί η προσφυγική κρίση, η απειλή εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η ύπαρξη σημαντικών μακροοικονομικών ανισορροπιών μέσα στην ευρωζώνη  -- παρά τη μεγάλη διόρθωση που επετεύχθη τα τελευταία χρόνια κατά κύριο λόγο από τις χώρες-μέλη της περιφέρειας στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών τους, αντίστοιχη μείωση των πλεονασμάτων δεν παρατηρήθηκε στις πλεονασματικές χώρες-μέλη του κέντρου -- αναδεικνύουν ότι υπάρχουν πολλά προβλήματα που καθιστούν πιο ευάλωτη τη θέση της Ευρωζώνης  και τη δυνατότητά της να αντιμετωπίσει μια αναζωπύρωση της ελληνικής κρίσης.

Στο πλαίσιο των προαναφερθέντων κινδύνων και αβεβαιοτήτων για την πορεία της διεθνούς οικονομίας, μια ενδεχόμενη αποτυχία στην ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης θα λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά, καθώς θα οδηγήσει σε υποχώρηση της εμπιστοσύνης, επιδείνωση των χρηματοδοτικών συνθηκών και τελικά σε όξυνση της ύφεσης.