Τράπεζες

«Τρύπα» στο σχέδιο εξυγίανσης των τραπεζών «βλέπει» η Τρ. Ελλάδος


Το σχέδιο «Ηρακλής» δεν λύνει το πρόβλημα της κεφαλαιακής επάρκειας, ανοικτό το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων κεφαλαίου

Την ώρα που η κυβέρνηση ετοιμάζεται να εφαρμόζει τον δεύτερο κύκλο του σχεδίου «Ηρακλής» για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, παρουσιάζοντας το σχέδιο περίπου σαν πανάκεια για τα προβλήματα του τραπεζικού συστήματος, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, «προσγειώνει» τις προσδοκίες, προειδοποιώντας ότι πραγματική λύση δεν θα βρεθεί, εάν δεν αντιμετωπισθεί και το «δίδυμο πρόβλημα», που δεν είναι άλλο από το έλλειμμα πραγματικών κεφαλαίων στους τραπεζικούς ισολογισμούς.

Όπως προκύπτει από την ετήσια έκθεση του διοικητή της ΤτΕ για το 2020, η μεγαλύτερη πηγή ανησυχίας για το μέλλον των τραπεζών, εάν υποτεθεί ότι οι τιτλοποιήσεις προβληματικών δανείων με κρατικές εγγυήσεις στο πλαίσιο του σχεδίου «Ηρακλής» θα οδηγήσουν στη μείωση των δεικτών μη εξυπηρετούμενων δανείων σε μονοψήφια ποσοστά το 2022, είναι η πολύ μεγάλη συμμετοχή αναβαλλόμενων φόρων στην κεφαλαιακή βάση των τραπεζών.

Οι τράπεζες υπολογίζουν στα κεφάλαιά τους τις επιστροφές φόρων του μέλλοντος, δημιουργώντας μια κεφαλαιακή βάση που έχει στοιχεία... εικονικής πραγματικότητας, αφού αυτή η κατηγορία κεφαλαίων δεν μπορεί να αξιοποιηθεί για την απορρόφηση ζημιών, παρά μόνο εάν οι τράπεζες εκδώσουν μετοχές υπέρ του Δημοσίου. Αυτό το εργαλείο για την ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης τραπεζών χρησιμοποιείται και σε άλλες χώρες της ευρωζώνης, κυρίως του Νότου, αλλά στην περίπτωση των ελληνικών τραπεζών τα εικονικά κεφάλαια έχουν ξεπεράσει προ πολλού τα πραγματικά.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, με βάση στοιχεία των ισολογισμών 2020, μόνο στην Alpha Bank οι αναβαλλόμενοι φόροι (DTC) αντιστοιχούν σε σχετικά χαμηλό ποσοστό των βασικών εποπτικών κεφαλαίων πρώτης κατηγορίας (CET1), το οποίο ανέρχεται σε 38,7%. Στην Eurobank, η συμμετοχή του DTC φθάνει το 66,6%, στην Εθνική το 74,7% και στην Τράπεζα Πειραιώς το 64,1%. Συνολικά, οι τέσσερις τράπεζες έχου πρωτοβάθμια κεφάλαια ύψους 25,1 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 14,8 δισ. ευρώ (ποσοστό 59%) αφορούν το DTC.

Το πρόβλημα, όπως προκύπτει από όσα επισημαίνει ο Γ. Στουρνάρας, είναι ότι το σχέδιο «Ηρακλής» θα αφαιρέσει μεν προβληματικά δάνεια από το ενεργητικό των τραπεζών, αλλά ταυτόχρονα οι ζημιές από τις τιτλοποιήσεις θα «καίνε» όλο και περισσότερα κεφάλαια των τραπεζών, με αποτέλεσμα το DTC αντί να μειώνεται να παίρνει όλο και μεγαλύτερο ποσοστό στα εποπτικά κεφάλαια. Πρόκειται για μια πορεία αντίστροφη από αυτή που θα έπρεπε να ακολουθούν οι τράπεζες, καθώς ο Εποπτικός Μηχανισμός της ΕΚΤ πιέζει για την εξάλειψη των αναβαλλόμενων φορών και δεν μπορεί να γίνει ανεκτή η παράταση αυτού του ειδικού καθεστώτος και μάλιστα με τάσεις επιδείνωσης.

Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει προτείνει στην κυβέρνηση, αλλά η πρότασή της απορρίφθηκε... χωρίς επαίνους, να συσταθεί μια bad bank, η οποία θα μπορεί να απορροφήσει «κόκκινα» δάνεια, αλλά αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις, ώστε να αντιμετωπισθούν ταυτόχρονα τα «δίδυμα προβλήματα». Στην πρόσφατη συνεδρίαση της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, έγινε σαφές από τις τοποθετήσεις των αρμόδιων κυβερνητικών στελεχών, αλλά και τραπεζιτών, ότι η πρόταση της ΤτΕ δεν θα «περπατήσει».

Σε αυτή την περίπτωση, όμως, μένει αναπάντητο το βασικό ερώτημα: πώς θα αντιμετωπισθεί το πρόβλημα του αναβαλλόμενου φόρου; Σε μια περίοδο, όπου στην επικαιρότητα βρίσκεται η αύξηση κεφαλαίου της Τράπεζας Πειραιώς, ενώ όλες οι άλλες τραπεζικές διοικήσεις πασχίζουν να πείσουν ότι δεν θα χρειασθούν κεφάλαια από τους μετόχους για να εξυγιάνουν τα χαρτοφυλάκιά τους, η χθεσινή τοποθέτηση του Γ. Στουρνάρα όχι μόνο δεν κλείνει τη συζήτηση για τραπεζικές αυξήσεις κεφαλαίου, αλλά την επαναφέρει στο προσκήνιο.

«Στην περίπτωση που δεν επιλεγεί τελικά η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος», τόνισε ο διοικητής της ΤτΕ, «θα πρέπει να βρεθεί ένας εναλλακτικός τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων, συνεπής με την κείμενη νομοθεσία περί κεφαλαιακών απαιτήσεων». Δεν είναι σαφές ποια λύση θα μπορούσε να βρει η κυβέρνηση για να καλυφθεί το κεφαλαιακό κενό των τραπεζών, με τρόπο σύμφωνο με τη νομοθεσία για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις. Αν δεν υπάρχει κάποιος... λαγός στο καπέλο, η λογική λέει ότι τα ελλείμματα κεφαλαίων, ειδικά όταν είναι μεγάλα, δεν καλύπτονται με άλλο τρόπο εκτός από την προσφυγή στους μετόχους.

Προσοχή στα νέα «κόκκινα» δάνεια

Σε ένα άλλο μεγάλο «μέτωπο» για τις τράπεζες, αυτή την περίοδο, για το οποίο οι τραπεζικές διοικήσεις καλλιεργούν εφησυχασμό, οι χθεσινές επισημάνσεις Στουρνάρα υπενθυμίζουν ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαροί κίνδυνοι: για τα νέα «κόκκινα» δάνεια από την πανδημία, η Τράπεζα της Ελλάδος επιμένει στην εκτίμησή της ότι θα ανέλθουν σε 8 - 10 δισ. ευρώ, παρά το γεγονός ότι οι διοικήσεις των τραπεζών προβλέπουν πολύ μικρότερο ποσό, κάτω και από 5 δισ. ευρώ. Με τη σειρά της, η αύξηση των «κόκκινων» δανείων θα φέρει απώλειες που θα «κάψουν» κι άλλα κεφάλαια και θα επιδεινώσουν το πρόβλημα με τον αναβαλλόμενο φόρο, όπως εκτιμά η ΤτΕ.

«Οι συνέπειες της πανδημίας στον τραπεζικό τομέα αναμένεται να ενταθούν το 2021», τόνισε ο Γ. Στουρνάρας. «Η επίπτωση αφορά κυρίως τη δημιουργία νέων ΜΕΔ, καθώς και την αναμενόμενη επιδείνωση του λόγου των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων προς το σύνολο των εποπτικών κεφαλαίων. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει προβλέψει ότι το 2021 θα δημιουργηθούν νέα ΜΕΔ ύψους 8-10 δισεκ. ευρώ. Οι τράπεζες επομένως θα πρέπει να επανεξετάσουν την επάρκεια των προβλέψεών τους έναντι του πιστωτικού κινδύνου. Αν και το ποσοστό κάλυψης από προβλέψεις βρίσκεται στα ίδια επίπεδα με το μέσο όρο της ΕΕ, είναι χαμηλότερο από το αντίστοιχο κρατών-μελών με υψηλό λόγο ΜΕΔ».

Σε μια ακόμη δυσάρεστη υπενθύμιση, ο κ. Στουρνάρας σημείωσε το γενικότερο πρόβλημα των ελληνικών τραπεζών με τα ρυθμισμένα δάνεια, από τα οποία μπορεί να προέλθει μια περαιτέρω αύξηση των «κόκκινων» δανείων: «επί του συνόλου των δανείων, εξυπηρετούμενων και μη, σε καθεστώς ρύθμισης υπάγεται περίπου το 1/5. Επισημαίνεται ότι υψηλό ποσοστό των δανείων που είχαν τεθεί σε καθεστώς ρύθμισης εμφάνισε και πάλι καθυστέρηση, και μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις η εξέλιξη αυτή παρατηρήθηκε σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα μετά την εφαρμογή της ρύθμισης».

Η bad bank και... η τιμή των όπλων

Αν και γνωρίζει ότι η πρότασή του για bad bank έχει απορριφθεί από την κυβέρνηση, κατόπιν αντιδράσεων των τραπεζών, που προτιμούν την ασφαλή λύση του σχεδίου «Ηρακλής», καθώς αντλούν μεγάλα οφέλη από τις κρατικές εγγυήσεις, ο κ. Στουρνάρας επανήλθε χθες, μάλλον για την... τιμή των όπλων, στην πρότασή του, σημειώνοντας ότι:

  • «Συμπληρωματικά με το υπό εξέλιξη πρόγραμμα "Ηρακλής", η Τράπεζα της Ελλάδος έχει προτείνει προς την κυβέρνηση τη σύσταση εταιρίας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού (Asset Management Company – AMC), στην οποία θα μεταβιβαστούν ΜΕΔ στην καθαρή λογιστική τους αξία και στη συνέχεια θα τιτλοποιηθούν σε πραγματικούς όρους αγοράς.
  • Η μεταβίβαση στην καθαρή λογιστική τους αξία παρέχει κίνητρα στις τράπεζες με υψηλό δείκτη ΜΕΔ, ενώ η τιτλοποίηση σε όρους αγοράς αυξάνει τη ρευστότητα των τραπεζών, ενισχύει την οργανική κερδοφορία και βελτιώνει την ποιότητα των εποπτικών κεφαλαίων.
  • Σημαντικότερα, η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος επιλύει και το πρόβλημα των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων στα κεφάλαια των πιστωτικών ιδρυμάτων. Σημειώνεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο θα παρέχει, έναντι προμήθειας από τις τράπεζες, την εγγύησή του ώστε να καλυφθεί η διαφορά μεταξύ της αξίας μεταβίβασης και της εκτιμώμενης αγοραίας αξίας. Επιπρόσθετα, οι τράπεζες θα καταβάλουν και ειδικό τέλος (σε βάθος πενταετίας) ως αμοιβή εισόδου στο σχήμα. Επίσης, το Ελληνικό Δημόσιο θα διατηρήσει το δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη από υψηλότερες του αναμενομένου ανακτήσεις δανείων, μέσω διακράτησης του μεγαλύτερου μέρους των τίτλων κατώτερης διαβάθμισης».