Τράπεζες

Απειλή για τις τράπεζες ο ακριβός δανεισμός με ομόλογα


Με αρκετά εντυπωσιακό τρόπο επέστρεψαν σε κερδοφορία οι ελληνικές τράπεζες το 2022, όμως το επόμενο διάστημα «βαρίδι» για τα οικονομικά τους αποτελέσματα θα αποτελέσει ο ακριβός δανεισμός από τις διεθνείς αγορές με επιτόκια που παραπέμπουν περισσότερο σε... καταναλωτικά δάνεια, παρά σε δανεισμό τραπεζών και τα οποία αναμένεται να αυξηθούν περαιτέρω, λόγω της αύξησης των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει στην Έκθεση του Διοικητή για το 2022 την άλλη πλευρά των επιδράσεων από την αύξηση των επιτοκίων, που αφενός ευνοεί την ενίσχυση των εσόδων που έχουν οι τράπεζες από τόκους, αλλά, αφετέρου, διογκώνει το κόστος δανεισμού από τις αγορές.

«Σχετικά με τις προοπτικές της κερδοφορίας των ελληνικών τραπεζών», όπως σημειώνει η ΤτΕ, «αυξητικά επιδρούν η άνοδος των επιτοκίων και η πιστωτική επέκταση, που ενισχύουν τα έσοδα από τόκους. Από την άλλη πλευρά όμως, η αυστηροποίηση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών διεθνώς έχει οδηγήσει σε αύξηση του κόστους δανεισμού από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές, με αποτέλεσμα την αύξηση των δαπανών για τόκους.

Ο παράγοντας αυτός αναμένεται να διατηρηθεί καθώς θα συνεχίζονται οι εκδόσεις ομολόγων των ελληνικών τραπεζών, στο πλαίσιο της προόδου προς την κάλυψη της Ελάχιστης Απαίτησης Ιδίων Κεφαλαίων και Επιλέξιμων Υποχρεώσεων (MREL), σε ένα περιβάλλον αυξημένων επιτοκίων. Σε αυτό το πλαίσιο, ενδεχόμενες περαιτέρω αναβαθμίσεις των πιστοληπτικών αξιολογήσεων των ελληνικών τραπεζών αναμένεται να συμβάλουν στη συγκράτηση του κόστους δανεισμού τους από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Μια επιπλέον πρόκληση για την κερδοφορία των τραπεζών προέρχεται από την επίδραση της αύξησης στο κόστος χρηματοδότησής τους, με μια ενδεχόμενη σημαντική αύξηση στα επιτόκια καταθέσεων να επιδρά ιδιαίτερα αυξητικά στις δαπάνες για τόκους».

Οι τράπεζες έχουν προχωρήσει σε πολλές εκδόσεις ακριβώς ομολόγων, αντλώντας συνολικά το 2022 και στις αρχές του 2023 το ποσό των 2,97 δισ. ευρώ.

Όπως αναφέρει η ΤτΕ, «το 2022 και στις αρχές του 2023 οι σημαντικές ελληνικές τράπεζες εξέδωσαν ομόλογα με σκοπό την κάλυψη της Ελάχιστης Απαίτησης Ιδίων Κεφαλαίων και Επιλέξιμων Υποχρεώσεων (MREL). Οι εκδόσεις αυτές διενεργήθηκαν με αυξημένο κόστος σε σχέση με το 2021, σε συνάφεια με τη σημαντική επιδείνωση των διεθνών χρηματοπιστωτικών συνθηκών και το αυξημένο κόστος αντίστοιχων εκδόσεων ευρωπαϊκών τραπεζών.

Συγκεκριμένα, το 2022 και στις αρχές του 2023 πραγματοποιήθηκαν οι ακόλουθες εκδόσεις ομολόγων υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας:

1) Alpha Bank: τρεις εκδόσεις συνολικού ύψους 920 εκατ. ευρώ με μεσοσταθμικό επιτόκιο 7,23% και μεσοσταθμική διάρκεια 4,0 έτη,

2). Eurobank: δύο εκδόσεις συνολικού ύψους 1 δισεκ. ευρώ με μεσοσταθμικό επιτόκιο 5,69% και μεσοσταθμική διάρκεια 4,4 έτη,

3) Εθνική Τράπεζα: μία έκδοση το Νοέμβριο του 2022 5ετούς ύψους 500 εκατ. ευρώ με τοκομερίδιο 7,25% και μία έκδοση το Δεκέμβριο του 2022 ύψους 200
εκατ. λίρες Αγγλίας με διάρκεια 4,5 έτη και με τοκομερίδιο 8,75% (τελικό κόστος για την τράπεζα 6,97% μετά από συναλλαγές ανταλλαγής νομισμάτων) και

4) Τράπεζα Πειραιώς: μία έκδοση 350 εκατ. ευρώ με επιτόκιο 8,25% και διάρκεια 4,2 έτη.

Επίσης, εκδόθηκαν τα ακόλουθα ομόλογα μειωμένης εξασφάλισης:

1) από τη Eurobank το Δεκέμβριο του 2022, ομόλογο Tier 2 ύψους 300 εκατ. ευρώ με τοκομερίδιο 10% και

2) από την Alpha Bank το Φεβρουάριο του 2023, ομόλογο AT1 ύψους 400 εκατ. ευρώ με τοκομερίδιο 11,875%».

Οι ελπίδες των τραπεζών για συγκράτηση του κόστους δανεισμού τους από τις αγορές στρέφονται πλέον στην αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης του Δημοσίου, που θα συμπαρασύρει σε άνοδο και τις δικές τους βαθμολογίες. Όπως επισημαίνει η ΤτΕ, «ενδεχόμενη αναβάθμιση του Ελληνικού Δημοσίου (ΕΔ) στην Επενδυτική Κατηγορία αναμένεται να οδηγήσει σε αναβαθμίσεις και των τεσσάρων μεγάλων τραπεζών, όπως συνέβη το 2022 και στις αρχές του 2023.

Συγκεκριμένα, η πιστοληπτική αξιολόγηση του ΕΔ και συνακόλουθα των τεσσάρων σημαντικών ελληνικών τραπεζών αναβαθμίστηκαν το έτος 2022 και στις αρχές του 2023, ως αποτέλεσμα κυρίως της ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας, της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων και της βελτιωμένης κερδοφορίας. Η απόσταση της πλέον ευνοϊκής μακροπρόθεσμης πιστοληπτικής αξιολόγησης της κάθε σημαντικής τράπεζας σε επίπεδο ομίλου από την επενδυτική κατηγορία έχει διαμορφωθεί σε 3 βαθμίδες για τη Eurobank και την Εθνική Τράπεζα (ΒΒ-), 4 βαθμίδες για την Alpha Bank (Β+) και 5 βαθμίδες για την Τράπεζα Πειραιώς (Β2)».

Από τις ζημιές σε κέρδη

Πάντως, το 2022 οι τράπεζες πέτυχαν την επαναφορά από τις μεγάλες ζημιές του 2021 σε κερδοφορία, κυρίως επειδή είχαν να αντιμετωπίσουν πολύ μειωμένες προβλέψεις για τα «κόκκινα» δάνεια, οι οποίες το 2021 είχαν εκτιναχθεί στα ύψη, εξαιτίας των μεγάλων τιτλοποιήσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η προ φόρων κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών βελτιώθηκε κατά 7,799 δισ. ευρώ στο 9μηνο του 2022 σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2021, μια βελτίωση που οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στη μείωση των προβλέψεων για τα «κόκκινα» δάνεια, κατά 6,332 δισ. ευρώ.

«Τα λειτουργικά έξοδα μειώθηκαν, ενώ τα λειτουργικά έσοδα αυξήθηκαν κυρίως λόγω της σημαντικής αύξησης των καθαρών εσόδων από μη τοκοφόρες εργασίες (προμήθειες, έσοδα από χρηματοοικονομικές πράξεις και λοιπά έσοδα). Τα έσοδα από τόκους αναμένεται να ενισχυθούν στο σύνολο του 2022, με την αύξηση των επιτοκίων στα δάνεια κατά το δεύτερο εξάμηνο», σημειώνει η ΤτΕ και προσθέτει ότι, «σχετικά με τις προοπτικές της κερδοφορίας των ελληνικών τραπεζών, αυξητικά επιδρούν η άνοδος των επιτοκίων και η πιστωτική επέκταση, που ενισχύουν τα έσοδα από τόκους. Από την άλλη πλευρά όμως, η αυστηροποίηση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών διεθνώς έχει οδηγήσει σε αύξηση του κόστους δανεισμού από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές, με αποτέλεσμα την αύξηση των δαπανών για τόκους».

Συμπερασματικά, η ΤτΕ υπογραμμίζει ότι «ο ελληνικός τραπεζικός τομέας το επόμενο διάστημα αντιμετωπίζει προκλήσεις, οι οποίες σχετίζονται με την ανάγκη ενίσχυσης της κερδοφορίας του. Συγκεκριμένα, η αύξηση των επιτοκίων αφενός ενισχύει τα έσοδα από τόκους, αλλά ταυτόχρονα, λόγω της αύξησης του κόστους δανεισμού διεθνώς, επιδρά αυξητικά και στις δαπάνες για τόκους, σε μια συγκυρία όπου οι τράπεζες πρέπει να σημειώσουν πρόοδο προς την κάλυψη της Ελάχιστης Απαίτησης Ιδίων Κεφαλαίων και Επιλέξιμων Υποχρεώσεων (MREL), μέσω νέων εκδόσεων ομολόγων. Έτσι, μια ενδεχόμενη αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης του Ελληνικού Δημοσίου στην Επενδυτική Κατηγορία θα είναι ιδιαίτερα σημαντική για τις τράπεζες, καθώς, μέσω και της συνακόλουθης αναβάθμισής τους, συνεπάγεται συγκράτηση του κόστους δανεισμού τους».

Τα αποτελέσματα των ελληνικών τραπεζών