Τράπεζες

Τράπεζες: Ζητείται λύση για τη... βόμβα των 7,6 δισ. ευρώ


Υβριδικά προϊόντα για να μειωθούν οι αναβαλλόμενοι φόροι στα κεφάλαια των τραπεζών εξετάζει το ΥΠΟΙΚ. Προειδοποίηση κινδύνου από την BofA.

Έντονο προβληματισμό στο υπουργείο Οικονομικών η αρκετά πιεστική απαίτηση του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού της ΕΚΤ, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, αλλά και των εκπροσώπων μεγάλων επενδυτικών οίκων, να βρεθεί μια επαρκής λύση για το πρόβλημα της χαμηλής ποιότητας των κεφαλαίων των τραπεζών, που ως γνωστόν σε πολύ μεγάλο ποσοστό, πάνω από 60%, αποτελούνται από αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις (DTC), οι οποίες εκτάκτως αναγνωρίζονται ως κεφάλαια.

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο αρμόδιος υφυπουργός Οικονομικών, Γιώργος Ζαββός, σκοπεύει, αμέσως μόλις ολοκληρωθεί η μαραθώνια προετοιμασία του νομοσχεδίου για την τιτλοποίηση προβληματικών δανείων με κρατικές εγγυήσεις (σχέδιο «Ηρακλής») να αναλάβει πρωτοβουλία για να εξευρεθεί μια συστημική λύση στο πρόβλημα του αναβαλλόμενου φόρου.

Ο κ. Ζαββός δεν θεωρεί κατάλληλη λύση στο πρόβλημα αυτό το σχέδιο της Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει παρουσιασθεί από τον Γιάννη Στουρνάρα και προβλέπει την ταυτόχρονη μεταβίβαση προβληματικών δανείων μαζί με DTC σε οχήματα ειδικού σκοπού, καθώς εκφράζονται φόβοι ότι προϋποθέτει να εκταμιεύσει εκ των προτέρων τις επιστροφές φόρων το Δημόσιο, κάτι που θα θεωρηθεί από τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Κομισιόν ως κρατική ενίσχυση.

Επίσης, ο κ. Ζαββός έχει αφήσει να εννοηθεί ότι το σχέδιο της ΤτΕ δεν είναι κατάλληλη λύση και επειδή θα προκαλέσει σημαντικές επιβαρύνσεις στα κεφάλαια των τραπεζών, φέρνοντας σε δυσμενέστερη θέση ιδιαίτερα τις τράπεζες που έχουν μεγάλη συμμετοχή του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στο μετοχικό τους κεφάλαια (Εθνική και Πειραιώς).

Επιχειρώντας να... τετραγωνίσει τον κύκλο, δηλαδή να βρει μια λύση που θα επιτρέπει στις τράπεζες να μειώσουν τους αναβαλλόμενους φόρους στα κεφάλαιά τους, χωρίς να υπάρξει κρατική ενίσχυση και χωρίς να μειωθεί πολύ η κεφαλαιακή τους επάρκεια, ο κ. Ζαββός εξετάζει προτάσεις για τη δημιουργία υβριδικών προϊόντων από τις τράπεζες, δηλαδή ομολόγων που θα συνδυάζουν τιτλοποιημένα προβληματικά δάνεια και κρατικές εγγυήσεις, οι οποίες θα έχουν μια αντιστοίχιση με τους αναβαλλόμενους φόρους που βρίσκονται στα κεφάλαια των τραπεζών.

Από την Ουάσιγκτον, ο κ. Ζαββός δήλωσε, πριν από μερικές ημέρες, στο Bloomberg: «Θα προσπαθήσουμε να βελτιώσουμε την ποιότητα των κεφαλαίων των τραπεζών με συνέπεια. Υπάρχουν λύσεις, με τις οποίες θα μπορούσαμε να χρησιμοποιούμε νέα υβριδικά εργαλεία που θα είναι ικανά να απορροφήσουν τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις των τραπεζών».

BofA: Η «βόμβα» των 7,6 δισ. ευρώ

Οι αναβαλλόμενοι φόροι, που είναι μια μορφή «εικονικού» κεφαλαίου, το οποίο δεν μπορεί να απορροφήσει ζημιές αλλά μόνο ωραιοποιεί τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, μπορεί να εκθέσουν τις τράπεζες σοβαρούς κινδύνους στο μέλλον, όπως προειδοποίησε πριν από λίγες ημέρες η Bank of America, σε έκθεσή της για τον τραπεζικό κλάδο.

Ο οίκος σημείωσε ότι  οι ελληνικές τράπεζες έχουν μικρά «μαξιλάρια» κεφαλαίων για να απορροφήσουν ζημιές. O δείκτης Texas παραμένει πάνω από το 100%, κάτι που σημαίνει ότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, χωρίς τις προβλέψεις που έχουν ήδη σχηματισθεί, είναι υψηλότερα από τα κεφάλαια της πρώτης βαθμίδας (CET1). Μάλιστα, η εικόνα γίνεται πολύ χειρότερη, αν από τον υπολογισμό των κεφαλαίων εξαιρεθούν οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις. Έτσι, συμπεραίνει ο οίκος, είναι πολύ περιορισμένη η δυνατότητα των τραπεζών να επιταχύνουν την εκκαθάριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Η χαμηλή ποιότητα των κεφαλαίων επιμηκύνει την εκκαθάριση των προβληματικών δανείων και εγκυμονεί κινδύνους αραίωσης της συμμετοχής των μετόχων (dilution). Το κεφάλαιο των ελληνικών τραπεζών είναι εξαρτημένο από αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις (DTCs). Αν οι τράπεζες εμφανίσουν ζημιές, αυτό μπορεί να πυροδοτήσει την έκδοση μετοχών υπέρ του Δημοσίου, βάσει της νομοθεσίας, κάτι που θα έπληττε τους μετόχους, τονίζει η BofA.

Οι επόπτες μπορεί να απαιτήσουν βελτίωση της ποιότητας των κεφαλαίων των τραπεζών. Αυτό ίσως δεν είναι άμεσος κίνδυνος, αλλά θα μπορούσε να συμβεί, όταν η κερδοφορία των τραπεζών επιστρέψει σε φυσιολογικά επίπεδα. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της BofA, ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας του κλάδους (CET1) χωρίς να υπολογίζεται το DTC θα είναι χαμηλότερος από 7% το 2023. Έτσι, η κεφαλαιακή απαίτηση, αν οι επόπτες σταματήσουν να αποδέχονται ως κεφάλαιο το DTC, θα είναι 7,6 δισ. ευρώ, προκειμένου να κλείσει το κενό, τη στιγμή που η τρέχουσα κεφαλαιοποίηση των τραπεζών είναι περίπου 10 δισ. ευρώ.