Οικονομία

Τράπεζες: Ποταμός ρευστότητας 28 δισ.-σταγόνες τα νέα δάνεια


Κέρδη εκ του ασφαλούς δημιουργούν οι τράπεζες από τα προγράμματα της ΕΚΤ, ενώ οι επιχειρήσεις αγωνιούν για ρευστότητα.

Αύξηση κερδοφορίας εκ του ασφαλούς επιδιώκουν οι τράπεζες εν μέσω της κρίσης του κορονοϊού, αντλώντας τεράστια ποσά από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με αρνητικό επιτόκιο (οι τράπεζες πληρώνονται από την ΕΚΤ για να τις δανείζει…) και διοχετεύοντας ρευστότητα με το σταγονόμετρο στις επιχειρήσεις, παρότι η κυβέρνηση έχει ενεργοποιήσει δύο διαδοχικά προγράμματα ενίσχυσης της ρευστότητας του επιχειρηματικού τομέα.

Η ΕΚΤ έχει ενεργοποιήσει τεράστια προγράμματα παροχής ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα της ευρωζώνης, πέραν του γνωστού προγράμματος αγοράς ομολόγων για την πανδημία, κύριο στοιχείο των οποίων είναι ότι παρέχει στις τράπεζες ρευστότητα για μεγάλη χρονική περίοδο με αρνητικό επιτόκιο (έως -1%), ώστε να υποστηριχθούν, τελικά, οι επιχειρήσεις της ευρωζώνης για να ξεπεράσουν την κρίση.

Ειδικά για την Ελλάδα, τα προγράμματα της ΕΚΤ είναι εξόχως γενναιόδωρα, αφού έχει επιτραπεί στις τράπεζες κατ’ εξαίρεση να χρησιμοποιούν ως ενέχυρο δανεισμού τα κρατικά ομόλογα, που έχουν χαμηλή αξιολόγηση από τους οίκους, αλλά και ορισμένους εταιρικούς τίτλους.

Οι τράπεζες δεν έχασαν την ευκαιρία να «φορτώσουν» τεράστια ποσά ρευστότητας με αρνητικό επιτόκιο, δηλαδή να πάρουν ρευστότητα για την οποία πληρώνονται από την ΕΚΤ, ακόμη και αν απλώς την κρατούν στο… συρτάρι. Όπως παρατήρησε η Moody’s οι ελληνικές τράπεζες αύξησαν τη χρηματοδότησή τους από την ΕΚΤ σε 21,5 δισ. ευρώ τον Απρίλιο, ή περίπου 8% του ενεργητικού τους, από 12,4 δισ. ευρώ τον Μάρτιο (δηλαδή, πριν γίνουν δεκτά τα κρατικά ομόλογα ως εγγυήσεις) και έναντι 8,1 δισ. ευρώ (3% του ενεργητικού) τον Δεκέμβριο του 2019. Δηλαδή, σε σχέση με το τέλος του 2019, τον Απρίλιο η χρηματοδότηση από την ΕΚΤ αυξήθηκε κατά 165%.

Όμως, αυτή η διαδικασία εισροής… ποταμών ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες δεν σταμάτησε τον Απρίλιο, αφού τα νεότερα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος έδειξαν ότι και τον Μάιο υπήρξε μεγάλη αύξηση, με αποτέλεσμα το συνολικό άνοιγμα στην ΕΚΤ να εκτοξευθεί πάνω από τα 28 δισ. ευρώ.

Δεν πρέπει να περνά απαρατήρητο, εξάλλου, ότι η ρευστότητα των τραπεζών όχι μόνο δεν επιβαρύνθηκε από την πανδημία, αλλά, αντίθετα, τον Μάρτιο και τον Απρίλιο οι καταθέσεις, που αντλούνται με σχεδόν μηδενικό επιτόκιο από επιχειρήσεις και νοικοκυριά, αυξήθηκαν σχεδόν κατά 3 δισ. ευρώ. Η Εθνική Τράπεζα, μάλιστα, που έχει και το μεγαλύτερο πλεόνασμα καταθέσεων έχει φθάσει στο τέλος Μαρτίου 2020 να εμφανίζει δάνεια που αντιστοιχούν σε ποσοστό μόλις 64% των καταθέσεων!

Με σταγονόμετρο τα νέα δάνεια

Την ίδια ώρα, με εξαίρεση ένα πρόσκαιρο «μπουμ» στις δανειοδοτήσεις, που καταγράφηκε τον Απρίλιο επειδή οι καλοί πελάτες των τραπεζών (μεγάλες και εύρωστες επιχειρήσεις) έσπευσαν να «τραβήξουν» από τα όρια δανεισμού τους για να ενισχύσουν τη ρευστότητά τους,  η ροή των νέων χορηγήσεων είναι απελπιστικά αργή, ακόμη και αν συνυπολογισθεί η επίδραση προγραμμάτων του κράτους (ΤΕΠΙΧ ΙΙ, εγγυημένα δάνεια από την Αναπτυξιακή Τράπεζα) που προορίζονται να στηρίξουν τη ρευστότητα των επιχειρήσεων.

Ο υπουργός Ανάπτυξης, Άδωνις Γεωργιάδης, δεν κρύβει την ανησυχία του γι’ αυτό το πρόβλημα, άλλοτε προειδοποιώντας τις τράπεζες για «σκληρό πρέσινγκ» από το κράτος και σε άλλοτε υποσχόμενες επιβραβεύσεις στις τράπεζες που θα δανείζουν περισσότερα.

Οι τράπεζες έχουν θέσει ένα μάλλον συντηρητικό στόχο για χορηγήσεις 15 – 16 δισ. ευρώ φέτος, στις οποίες περιλαμβάνονται και τα δάνεια περίπου 9 δισ. ευρώ που θα χορηγηθούν με κρατική επιδότηση τόκων, ή με εγγυήσεις. Επιπλέον, σε μια προσπάθεια να αποφύγουν νέες επισφάλειες, οι τράπεζες αποκλείουν μεγάλο όγκο επιχειρήσεων από τη χρηματοδότηση, δανείζοντας τις πλέον «ασφαλείς», ενώ ζητούν εγγυήσεις ακόμη και για τα δάνεια που θα δοθούν με εγγύηση 80% από το Δημόσιο.

Οι τράπεζες γνωρίζουν ότι ένας σημαντικός όγκος δανείων, ύψους περίπου 16 δισ. ευρώ, για τα οποία έχει δοθεί αναστολή πληρωμής δόσεων κεφαλαίου, έχουν τον κίνδυνο να καταλήξουν στη μεγάλη «λίμνη» των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Επιπλέον, θέλουν να αποφύγουν πάση θυσία την εμφάνιση ζημιών, για να μην χρειασθεί να εκδώσουν μετοχές του Δημοσίου με βάση το νόμο για τον αναβαλλόμενο φόρο.

Με αυτά τα δεδομένα, ουδείς εκφράζει αισιοδοξία ότι η ρευστότητα θα φθάσει στις επιχειρήσεις και, κυρίως, σε αυτές που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη, δηλαδή στις μικρομεσαίες και οικονομικά ασθενέστερες. Οι εκπρόσωποι του επιχειρηματικού κόσμου εκφράζουν έντονα τη δυσφορία τους, προχωρώντας σε ανοικτές εκκλήσεις στις τράπεζες και την κυβέρνηση για χρηματοδοτική στήριξη, προειδοποιώντας για λουκέτα και νέες απώλειες θέσεων εργασίας.

Κραυγές αγωνίας του επιχειρηματικού κόσμου

Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων (ΠΟΞ), χαρακτηριστικά, σε επιστολή της στα υπουργεία Ανάπτυξης και Τουρισμού τόνισε την ανάγκη να μην υπάρξουν καθυστερήσεις στη χρηματοδότηση των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο τα τα περισσότερα εξ αυτών να παραμείνουν κλειστά.

«Οι επιχειρήσεις επιβάλλεται να βρουν τα απαραίτητα κεφάλαια προκειμένου να επαναλειτουργήσουν και να καλύψουν τις πάσης φύσεως υποχρεώσεις τους (πληρωμές στο Δημόσιο, εξόφληση προμηθευτών, πληρωμή επιταγών κλπ). Με προηγούμενες επιστολές μας επισημάναμε τα προβλήματα που αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν πολλά μέλη μας στην προσπάθειά τους να χρηματοδοτηθούν από τις τράπεζες, ώστε πλην των άλλων να είναι σε θέση να καλύψουν και τις επιταγές των επόμενων μηνών», σημειώνει η ΠΟΞ και προσθέτει ότι υπάρχει ο κίνδυνος «όλη η προσπάθεια επιστροφής στην τουριστική κανονικότητα να πέσει στο κενό και το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ θα παραμείνει μόνο ως διαφήμιση».

Ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών Γιάννης Χατζηθεοδοσίου υπογράμμισε την ανάγκη να δοθούν ευκαιρίες στους μικρομεσαίους επιχειρηματίες να παλέψουν επί ίσοις όροις για την βιωσιμότητα των επιχειρήσεών τους: «η κυβέρνηση οφείλει να λάβει όλες τις απαιτούμενες πρωτοβουλίες, να εγκρίνει οριζόντια μέτρα στήριξης και να πιέσει τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ώστε να μην μείνει κανείς χωρίς την αναγκαία χρηματοδότηση», επισήμανε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι «το εντονότερο πρόβλημα που υπάρχει αυτή την στιγμή στην ελληνική οικονομία, είναι η αδυναμία πάρα πολλών επιχειρήσεων να υπαχθούν σε κάποιο χρηματοδοτικό πρόγραμμα. Η έννοια "ρευστότητα" είναι πλέον άγνωστη λέξη για ένα μεγάλο μέρος της επιχειρηματικής κοινότητας και αυτή η εξέλιξη μόνο αρνητικές συνέπειες θα φέρει στην ελληνική οικονομία».