Τράπεζες

Τράπεζες: «Αιμορραγία» τόκων, «έκρηξη» προμηθειών


Αλλάζει το μοντέλο κερδοφορίας των ελληνικών τραπεζών, οι οποίες αναγκάζονται να στραφούν στις προμήθειες για να καλύψουν τις απώλειες από τόκους, που ήταν μέχρι τώρα η βασική πηγή εσόδων τους.

Με τις αθρόες τιτλοποιήσεις, τις διαγραφές και τις διάφορες τακτοποιήσεις κόκκινων δανείων, οι τράπεζες προβλέπεται να χάσουν εκατοντάδες εκατομμύρια τόκων. Όμως, οι προμήθειες προβλέπεται να σημειώσουν εκρηκτική άνοδο, καλύπτοντας σε μεγάλο βαθμό τις απώλειες. Καθοριστικό στοιχείο για τη διαμόρφωση θετικών καθαρών αποτελεσμάτων θα είναι και η μεγάλη μείωση των προβλέψεων για μη εξυπηρετούμενα δάνεια.

Σύμφωνα με την HSBC, την περίοδο 2022 – 2026 οι ελληνικές τράπεζες θα μπουν σε ένα κύκλο σημαντικής αύξησης των δανείων, με τις εκταμιεύσεις νέων δανείων να φθάνουν τα 32,4 δισ. ευρώ συνολικά και να αυξάνονται με μέσο ετήσιο ρυθμό 5,1%. Ισχυρή ώθηση στην πιστωτική επέκταση προβλέπεται να έλθει από τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης, ύψους 12,5 δισ. ευρώ, δηλαδή ποσοστό περίπου 39% του συνόλου των νέων δανείων που θα χορηγηθούν.

Θα περίμενε κανείς ότι αυτές οι νέες χρηματοδοτήσεις, ύστερα από χρόνια στασιμότητας, θα «απογείωναν» και τα έσοδα τόκων των τραπεζών. Όμως, αυτά θα δεχθούν πιέσεις από πολλές πλευρές και κυρίως από τις… ανεπιθύμητες ενέργειας της εξυγίανσης των χαρτοφυλακίων, με μαζικές τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων. Είναι χαρακτηριστικό ότι το καθαρά έσοδα τόκων των τεσσάρων μεγάλων τραπεζών (βλ. πίνακα) εκτιμάται από την HSBC ότι θα συρρικνωθούν το 2023 στα 5,086 δισ. ευρώ, δηλαδή, σε σχέση με το 2019, θα χαθούν έσοδα 459 εκατ. ευρώ.

Οι προβλέψεις για τα καθαρά έσοδα από τόκους (NII)

Εξηγώντας τις πιέσεις στα έσοδα τόκων, η HSBC σημειώνει ότι οι τράπεζες θα χάσουν μεγάλα ποσά από τους τόκους που λογιστικοποιήσουν από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τα οποία φεύγουν με τις τιτλοποιήσεις από τους ισολογισμούς τους -μεγαλύτερη επίδραση θα καταγραφεί σε Alpha και Πειραιώς, που θα υλοποιήσουν μεγαλύτερα προγράμματα μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Παράλληλα, οι τράπεζες θα πληρώνουν μεγαλύτερα ποσά για τόκους, καθώς τα επιτόκια καταθέσεων είναι ήδη κοντά στο μηδέν και δεν υπάρχει άλλο περιθώριο μείωσής τους, ενώ θα πρέπει να πληρώνουν τόκους για τα ομόλογα που θα εκδώσουν στο πλαίσιο των εποπτικών υποχρεώσεων για κεφαλαιακά «μαξιλάρια» και τα οποία θα έχουν κόστος μεταξύ 2,5% και 4%. Επιπλέον, το αρνητικό επιτόκιο της ρευστότητας από την ΕΚΤ θα αναπροσαρμοσθεί σε -0,50% από -1% μετά τον Ιούνιο του 2022.

Δεδομένου ότι οι τράπεζες θα έχουν μεγάλα αποθέματα ρευστότητας και θα προσπαθούν να αυξήσουν τα καθαρά έσοδα από τόκους, η HSBC εκτιμά ότι θα υπάρξει έντονος ανταγωνισμός στα επιτόκια των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης, που συνολικά θα μειώσει τα επιτόκια των επιχειρηματικών δανείων. Επιπλέον, οι τράπεζες δεν θα μπορέσουν να συνεχίσουν να έχουν μεγάλα έσοδα τόκων από τα ομόλογα, καθώς τα έσοδα αυτής της κατηγορίας σε μεγάλο βαθμό έχουν αξιοποιηθεί για να στηρίξουν τα αποτελέσματα των προηγούμενων ετών.

Οι προμήθειες στα ύψη

Όμως, τα έσοδα των τραπεζών από προμήθειες προβλέπεται να εκτιναχθούν στα ύψη τα επόμενα χρόνια, δημιουργώντας ένα ισχυρό αντίβαρο στην πίεση που θα δεχθούν τα καθαρά έσοδα από τόκους. Στις περιπτώσεις της Eurobank και της Εθνικής, τα αυξημένα έσοδα από προμήθειες θα αντισταθμίσουν με το παραπάνω τις απώλειες στα καθαρά έσοδα τόκων, όπως εκτιμά η HSBC.

Ειδικότερα, ο οίκος σημειώνει ότι το πρώτο εξάμηνο του 2021 τα έσοδα από προμήθειες αυξήθηκαν κατά 15% σε ετήσια βάση, αντισταθμίζοντας με το παραπάνω τις απώλειες εσόδων από τόκους. Σε ένα βαθμό, η μεγάλη αύξηση οφείλεται στη χαμηλή βάση που διαμόρφωσε το 2020 η πανδημία, όμως φαίνεται ότι υπάρχουν ισχυροί παράγοντες ώθησης των εσόδων από προμήθειες.

Οι προβλέψεις για τα έσοδα από προμήθειες

Η αύξηση των χορηγήσεων έχει φέρει αντίστοιχη αύξηση και στις προμήθειες που συνοδεύουν τις νέες χρηματοδοτήσεις, οι οποίες θα αυξάνονται τα επόμενα χρόνια παράλληλα με την αύξηση των δανείων. Ο δείκτης αποταμίευσης των νοικοκυριών πέρασε σε θετικό ποσοστό ύστερα από σχεδόν δέκα χρόνια και αναζητούν καλύτερες αποδόσεις, κάτι που αυξάνει τις προμήθειες των τραπεζών από διαχείρισης περιουσίας (π.χ.: αμοιβαία κεφάλαια).

Επίσης, οι αυξημένες αφίξεις τουριστών, που ξεπέρασαν τις προσδοκίες, ενίσχυσαν τις τραπεζικές προμήθειες από συναλλαγές καρτών, κάτι που θα συνεχισθεί τα επόμενα χρόνια, αν και οι τράπεζες δεν θα επωφεληθούν πλήρως, αφού προχωρούν στην πώληση των θυγατρικών τους για τις συναλλαγές μέσω καρτών.

«Φιλί της ζωής» στα κέρδη από τη μείωση προβλέψεων

Όμως, το στοιχείο που θα επιτρέψει στις τράπεζες να κάνουν ένα άλμα από ζημιές 4,1 δισ. ευρώ το 2021 (εκτίμηση της HSBC) σε κέρδη προ φόρων (PBT) σχεδόν 2,3 δισ. ευρώ το 2023 θα είναι η μεγάλη μείωση των προβλέψεων που υποχρεώνονται να εγγράφουν για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.

Όπως φαίνεται στον πίνακα, το 2020 οι προβλέψεις (provisions) πλησίασαν τα 2,3 δισ. ευρώ και εκτιμάται ότι το 2021 θα παραμείνουν επίσης πολύ υψηλές, λόγω των τιτλοποιήσεων, σε ποσό σχεδόν 1,8 δισ. ευρώ. Ως το 2023, όμως, θα έχουν μειωθεί χαμηλότερα από τα 1,2 δις. ευρώ, επιτρέποντας στα κέρδη προ φόρων να «αναπνεύσουν».

Οι εκτιμήσεις για τα κέρδη των τραπεζών

Όπως σημειώνει η HSBC, τα λειτουργικά κέρδη προ προβλέψεων εκτιμάται ότι θα έχουν ένα μέσο ρυθμό αύξησης μόλις 2% ως το 2024, όμως, λειτουργικά κέρδη μετά και τον υπολογισμό των προβλέψεων θα αυξηθούν κατά 28%, καθώς θα μειώνονται συνεχώς οι προβλέψεις που τα «ροκανίζουν». Είναι χαρακτηριστικό ότι το κόστος κινδύνου, δηλαδή οι προβλέψεις που σχηματίζονται ως ποσοστό του χαρτοφυλακίου δανείων, θα υποχωρήσει στο μισό.

Οι οικονομικές συνθήκες, με αύξηση της αξίας των ενεχύρων, βελτίωση του οικονομικού κλίματος και της ανάπτυξης, θα επιτρέψουν στις τράπεζες να διαχειριστούν καλύτερα τα επόμενα δύο χρόνια το απόθεμα των παλαιών κόκκινων δανείων και να αποφύγουν την εγγραφή μεγάλων προβλέψεων για νέα προβληματικά δάνεια. Ήδη οι τράπεζες φέρνουν μπροστά τις τιτλοποιήσεις τους  (όπως η Alpha με το Sky) και σε ορισμένες περιπτώσεις προχωρούν σε τιτλοποιήσεις με όφελος στα κεφάλαιά τους, όπως η Εθνική με το Frontier. Παράλληλα, τα νέα κόκκινα δάνεια λόγω της πανδημίας παραμένουν χαμηλά, επιβεβαιώνοντας τις σχετικές προβλέψεις των διοικήσεων.