Με Άποψη

Τουρκία: Προς ένα δεύτερο Αφρίν στη Βορειοανατολική Συρία;


Η ανακοίνωση της απόφασης των Ηνωμένων Πολιτειών στις 6 Οκτωβρίου για απόσυρση στρατιωτικών δυνάμεών τους από την περιοχή της Βόρειας Συρίας -γνωστή ως Ροζάβα ή Αυτόνομη Διοίκηση της Βορειοανατολικής Συρίας- και μη εμπλοκή τους στην προαναγγελθείσα τουρκική επίθεση στην περιοχή έδωσε το «πράσινο φως» στην Άγκυρα για εισβολή.

Της Κάτιας Ζαγορίτου*

Η εξέλιξη αυτή, πέρα από τους σοβαρούς τριγμούς στις σχέσεις ΗΠΑ-Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF), μόνο αποσταθεροποιητικά μπορεί να λειτουργήσει, με σοβαρές επιπτώσεις στην ευρύτερη περιοχή. Η εμπειρία δε των προηγούμενων τουρκικών στρατιωτικών επιχειρήσεων -το 2016 και το 2018 που οδήγησαν στην κατάληψη της αλ Μπαμπ και του Αφρίν αντίστοιχα- και η ακόλουθη «τουρκοποίηση» των περιοχών αυτών, έχουν καταστήσει πλέον σαφές το σχέδιο αλλοίωσης της δημογραφικής σύνθεσης της ευρύτερης περιοχής εις βάρος των Κούρδων.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Τουρκία είχαν συμφωνήσει επί της αρχής στις 7 Αυγούστου για τη δημιουργία «ζώνης ασφαλείας» στη Βόρεια Συρία. Η συμφωνία αυτή ήρθε ως απάντηση στις τουρκικές ανησυχίες σχετικά με την παρουσία κουρδικών δυνάμεων στα τουρκοσυριακά σύνορα και έπειτα από την τουρκική απειλή για επίθεση στην περιοχή.

Παράλληλα, αποτελεί αναμφισβήτητα βήμα επαναπροσέγγισης Ουάσιγκτον-Άγκυρας έπειτα από τις εντάσεις μεταξύ τους, κυρίως λόγω της συνεργασίας των ΗΠΑ με τις Κουρδικές δυνάμεις και πολιτοφυλακές (YPG/J) στον πόλεμο εναντίον του Ισλαμικού Κράτους (ISIS) από το 2015. Η Τουρκία θεωρεί τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις και το κουρδικό Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης (PYD) ως αδελφές οργανώσεις του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK), το οποίο θεωρείται από την Τουρκία, καθώς επίσης και από το NATO και την ΕΕ, ως τρομοκρατική οργάνωση.

Στο πλαίσιο της συμφωνίας της 7ης Αυγούστου, οι ΗΠΑ και η Τουρκία προχώρησαν στη συγκρότηση κοινού επιχειρησιακού κέντρου, ενώ πραγματοποίησαν κοινές εναέριες και επίγειες περιπολίες. Ωστόσο, κρίσιμες διαφωνίες αναφορικά με τον έλεγχο και το βάθος της «ζώνης ασφαλείας» παρέμειναν ανεπίλυτες οδηγώντας έτσι την Τουρκία να θέσει ως προθεσμία διευθέτησης των λεπτομερειών αυτών τα τέλη Σεπτέμβρη. Σε αντίθετη περίπτωση, απείλησε ότι θα προχωρήσει μόνη της στην επιβολή της ζώνης, ήτοι με στρατιωτική εισβολή.

Για την Άγκυρα, η δημιουργία μιας «ζώνης ασφαλείας» -υπό τον έλεγχο της και σε βάθος 32 χιλιομέτρων- θα μπορέσει να επιτελέσει πολλαπλούς στόχους. Κατά πρώτο και κύριο λόγο, θα απομακρύνει από τα νότια σύνορά της με τη Συρία τις κουρδικές δυνάμεις αποτρέποντας έτσι την επικοινωνία και το συντονισμό των Κούρδων σε Συρία και Τουρκία.

Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως το «κουρδικό» ζήτημα είναι υπ’ αριθμόν ένα ζήτημα για την ατζέντα της Τουρκίας, το οποίο αντιμετωπίζει ως υπαρξιακή απειλή. Έτσι, από τη στιγμή συγκρότησής της, η ύπαρξη της αυτόνομης κουρδικής περιοχής της Ροζάβα με το μοντέλο διακυβέρνησης και κοινωνικής οργάνωσης που προωθείται, αποτελεί για την Τουρκία αγκάθι που πρέπει πάση θυσία να αφαιρεθεί.

Παράλληλα, σύμφωνα με τις δηλώσεις του Τούρκου Προέδρου Ταγίπ Ερντογάν, η Τουρκία στοχεύει στην εγκατάσταση τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου Σύρων προσφύγων στα εδάφη από τα οποία θα εκδιώξει τους Κούρδους προσβλέποντας αφενός μεν στην αποσυμπίεση τουρκικών πόλεων και αφετέρου στην αλλαγή της δημογραφική σύνθεσης της περιοχής εις βάρος των Κούρδων.

Η προσφυγική κάρτα αποτελεί άλλωστε για τον Ερντογάν διαπραγματευτικό χαρτί, το οποίο έχει χρησιμοποιήσει πολλές φορές με χαρακτηριστικότερη τη συμφωνία με την ΕΕ το 2016. Ας σημειωθεί δε πως η απόφαση για μετεγκατάσταση Σύρων προσφύγων ευθυγραμμίζεται με τη στροφή που έχει πραγματοποιήσει ο Τούρκος Πρόεδρος στην τουρκική μεταναστευτική πολιτική μετά την εκλογική ήττα του κόμματος του στην Κωνσταντινούπολη, κατά τις τελευταίες δημοτικές εκλογές, και την επιδείνωση της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης της χώρας. Η σκλήρυνση της μεταναστευτικής του πολιτικής έναντι των Σύρων προσφύγων μεταφράζεται σε καταστολή, δυσκολίες απόκτησης άδειας εργασίας, εξαναγκαστική μεταφορά στα σύνορα με τη Συρία κ.α.

Η εγκατάσταση Σύρων προσφύγων σε μέρη όπου ζουν κατά πλειοψηφία Κούρδοι με στόχο τη δημογραφική αλλαγή τους αποτελεί δοκιμασμένη τακτική της Τουρκίας, την οποία εφαρμόζει ήδη στις συριακές πόλεις οι οποίες είναι πλέον υπό την κατοχή της, όπως στο Αφρίν ή το Αζάζ. Ταυτόχρονα, η εφαρμογή πολιτικών τουρκοποίησης -όπως επί παραδείγματι η επιβολή τουρκικής γλώσσας στο εκπαιδευτικό σύστημα, η αλλαγή των τοπωνυμίων, η παρουσία τουρκικών σημαιών κ.α.- αποτυπώνει το σχέδιο επέκτασής της, αφού εν τέλει πρόκειται για προσάρτηση συριακών εδαφών στην Τουρκία.

Οι επιπτώσεις μιας τουρκικής επίθεσης στη Βόρεια Συρία θα είναι κρίσιμες για την ασφάλεια και τη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής. Σε ανθρωπιστικό επίπεδο, η δημιουργία ενός νέου κύματος προσφύγων το οποίο θα κινηθεί εκ των πραγμάτων προς το Ιράκ και δη προς το Ιρακινό Κουρδιστάν θα αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες. Είναι αμφίβολο κατά πόσο είναι σε θέση το Ιρακινό Κουρδιστάν, το οποίο ήδη φιλοξενεί μεγάλους αριθμούς Σύρων προσφύγων και εσωτερικά εκτοπισμένων ατόμων, να διαχειριστεί ένα νέο προσφυγικό κύμα. Το ίδιο ισχύει και για το Ιράκ το οποίο κλονίζεται αυτή τη στιγμή από μεγάλης έκτασης αντικυβερνητικές διαδηλώσεις λόγω των σοβαρών εσωτερικών του προβλημάτων.

Σε επίπεδο ασφάλειας, στη Βορειοανατολική Συρία βρίσκονται φυλακές και καταυλισμοί υπό των έλεγχο κουρδικών πολιτοφυλακών όπου κρατούνται πρώην μαχητές του Ισλαμικού Κράτους (ISIS) –πολλοί εξ’ αυτών είναι ξένοι υπήκοοι– και φιλοξενούνται μέλη των οικογενειών τους αντίστοιχα. Ας σημειωθεί πως μόνο σ’ έναν από αυτούς τους καταυλισμούς, στο αλ Χολ, στην περιοχή αλ Χάσακε, διαμένουν αυτή τη στιγμή περίπου 80.000 γυναίκες και παιδιά, συγγενείς μαχητών του ISIS. Οι Κουρδικές δυνάμεις έχουν δηλώσει ότι σε περίπτωση τουρκικής επίθεσης δεν θα μπορέσουν να συνεχίσουν να επιβλέπουν τους χώρους αυτούς.

Επιπλέον, παρά τις εξαγγελίες του Αμερικανού Προέδρου για ήττα του ISIS, υπάρχουν ενεργοί θύλακες στην περιοχή, γεγονός που αποδεικνύεται και από τον αυξανόμενο αριθμό επιθέσεων στη Βορειοανατολική Συρία τους τελευταίους μήνες. Η απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων παράλληλα με την αναστολή των επιχειρήσεων κατά του ISIS θα οδηγήσει σε κενό ασφαλείας, το οποίο θα σπεύσουν να καλύψουν οι εναπομείναντες τζιχαντιστικοί θύλακες, οι οποίοι ανασυγκροτούνται όλο αυτό το διάστημα.

Τέλος, είναι σαφές πως μια επίθεση στη Βόρεια Συρία δεν θα αφήσει αλώβητη την ίδια την Τουρκία. Ειδικότερα, είναι βέβαιο ότι θα έρθει αντιμέτωπη με σφοδρό κύμα αντιδράσεων από τους Κούρδους εντός και εκτός των συνόρων της. Επιπλέον, ακόμα και το ίδιο το σχέδιο μετεγκατάστασης προσφύγων στην περιοχή είναι αμφίβολο εάν και κατά πόσο θα μπορέσει να εφαρμοστεί, διότι εξαρτάται άμεσα από την ένταση τόσο της επίθεσης όσο και της αντίστασης που αυτή θα συναντήσει.

Εν κατακλείδι, οι ΗΠΑ επέλεξαν να υποχωρήσουν για άλλη μια φορά απέναντι στην Τουρκία, δηλώνοντας έτσι ανοιχτά πως η σχέση με το ΝΑΤΟϊκό σύμμαχό τους αποτελεί προτεραιότητα τους έναντι των Κούρδων. Μένει ωστόσο να δούμε πώς θα προχωρήσουν οι ΗΠΑ -εν μέσω οξύτατων εσωτερικών αντιδράσεων απέναντι στην απόφαση Τραμπ- καθώς δεν έχει διευκρινιστεί ακόμα εάν θα αποσύρουν το σύνολο των στρατιωτικών τους δυνάμεων, ενώ στις 7 Οκτωβρίου προέβησαν σε αποκλεισμό της πρόσβασης της Τουρκίας στα δεδομένα της επιτήρησης του εναέριου χώρου της περιοχής δυσχεραίνοντας έτσι σημαντικά τη δυνατότητα της για εναέρια δράση.

Κρίσιμης σημασίας θα είναι, τέλος, και η ένταση της κουρδικής αντίστασης, η οποία θα καθορίσει, μεταξύ άλλων, και τις επόμενες κινήσεις της Ρωσίας και του Συριακού καθεστώτος. Οι Κουρδικές δυνάμεις ανακοίνωσαν από την πρώτη στιγμή πως θα υπερασπιστούν με σθένος τα εδάφη και το λαό τους, ενώ κάλεσαν όλες τις κοινότητες με τις οποίες μοιράζονται τα εδάφη τους να συνδράμουν στη μάχη αυτή.

* Ανάλυση της Κάτιας Ζαγορίτου, υποψήφιας διδάκτορος Πανεπιστημίου Πελοποννήσου & δόκιμης ερευνήτριας στο Κέντρο Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών, για το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών (ΕΝΑ)