Τουρισμός

Τουρισμός: Στα €13,5 δισ. τα έσοδα του επταμήνου - Προβληματίζει η δαπάνη των επισκεπτών


Αδιάψευστος πρωταγωνιστής του εξωτερικού ισοζυγίου παραμένει ο ελληνικός τουρισμός, με τα μεγέθη του επταμήνου του 2026 να κινούνται σε τροχιά-ρεκόρ. Σύμφωνα με το οικονομικό δελτίο της Eurobank, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις έφτασαν στα 13,5 δισ. ευρώ, ωστόσο η πίσω πλευρά του νομίσματος αποκαλύπτει διαρθρωτικές αδυναμίες, καθώς η άνοδος στηρίζεται κυρίως στις αφίξεις και όχι στην ουσιαστική αύξηση της πραγματικής δαπάνης ανά ταξιδιώτη.

Η εικόνα του Ιουλίου: Λιγότεροι επισκέπτες, υψηλότερη μέση δαπάνη

Κατά τη διάρκεια του περασμένου Ιουλίου, μήνα αιχμής για την εγχώρια τουριστική βιομηχανία, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις διαμορφώθηκαν στα 4,7 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 7,2% σε ετήσια βάση. την ίδια στιγμή, οι εκροές λόγω των ταξιδιών των Ελλήνων στο εξωτερικό ανέβηκαν στα 0,4 δισ. ευρώ (ενισχυμένες κατά 23%), αφήνοντας ένα ταξιδιωτικό πλεόνασμα 4,3 δισ. ευρώ (άνοδος 5,9%).

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι δύο βασικοί δείκτες κινήθηκαν αντίρροπα:

  • Η εισερχόμενη κίνηση υποχώρησε κατά 3,1%, περιοριζόμενη στους 6,6 εκατ. ταξιδιώτες (έναντι 6,8 εκατ. πέρυσι).

  • Η μέση δαπάνη ανά ταξίδι ενισχύθηκε κατά 10%, αγγίζοντας τα 685,4 ευρώ (από 623,1 ευρώ περίπου).

Μέρος αυτής της αύξησης αποδίδεται στις ανατιμήσεις, καθώς ο δείκτης τιμών σε ξενοδοχεία, καφέ και εστιατόρια κατέγραψε άνοδο 4,2% τον ίδιο μήνα.

Το ισοζύγιο και η μεγάλη εξάρτηση από την «βαριά βιομηχανία»

Η επίδραση του τουρισμού στην εθνική οικονομία αποτυπώνεται καθαρά στους αριθμούς του κυλιόμενου 12μήνου έως τον Ιούλιο του 2026. Το ταξιδιωτικό πλεόνασμα αντιστοιχεί πλέον στο 91,4% του συνολικού πλεονάσματος υπηρεσιών, όταν η προ-κρίσης περίοδος κινείτο γύρω στο 61,9%. Παράλληλα, το πλεόνασμα του κλάδου καλύπτει το 66,8% του εμπορικού ελλείμματος αγαθών (σε σύγκριση με το 26,1% της περιόδου 2003–2008), μια εξέλιξη στην οποία συνέβαλε και η περιορισμένη εισαγωγική ζήτηση των προηγούμενων ετών.

Ωστόσο, αυτή η κυριαρχία δημιουργεί υψηλή ευπάθεια σε κλαδικές κρίσεις, παρόμοια με εκείνες της πανδημίας. Η δραστική συρρίκνωση της σχετικής βαρύτητας των μεταφορών καθιστά την οικονομία μονοδιάστατη.

Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η αξιοποίηση της ελληνικής ναυτιλίας και της γεωγραφικής θέσης της χώρας για την ενίσχυση των μεταφορών θα λειτουργούσε ως αναγκαίο «μαξιλάρι» διαφοροποίησης.

Ο απολογισμός του επταμήνου και το «καμπανάκι» της πραγματικής δαπάνης

Σε επίπεδο επταμήνου (Ιανουάριος – Ιούλιος 2026), τα μεγέθη παραμένουν εξαιρετικά θετικά:

  • Οι συνολικές εισπράξεις ανέβηκαν στα 13,5 δισ. ευρώ (αύξηση 12%).

  • Οι πληρωμές κατοίκων εξωτερικού ανήλθαν στα 2,3 δισ. ευρώ (άνοδος 14,7%).

  • Το καθαρό ταξιδιωτικό πλεόνασμα διευρύνθηκε στα 11,2 δισ. ευρώ (ενισχυμένο κατά 11,5%).

Σε αντίθεση με τον Ιούλιο, στο σύνολο του επταμήνου ο βασικός μοχλός ανάπτυξης ήταν η αύξηση των αφίξεων κατά 8,6% (20 εκατομμύρια ταξιδιώτες έναντι 18,5 εκατ.). Αντίθετα, η μέση δαπάνη ανά ταξίδι κινήθηκε νωχελικά, αυξανόμενη μόλις κατά 2,9% στα 642,5 ευρώ, την ώρα που ο σχετικός πληθωρισμός στις τιμές εστίασης και φιλοξενίας έτρεχε με 5,4%.

Αυτή η απόκλιση εκπέμπει σαφές καμπανάκι, δείχνοντας ότι η πραγματική κατά κεφαλήν δαπάνη υποχωρεί.

Η επίλυση αυτού του ζητήματος, μέσω της αύξησης της μέσης διάρκειας παραμονής και της αναβάθμισης της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών, αποτελεί το επόμενο μεγάλο στοίχημα για τη βιωσιμότητα του τομέα.

Διαβαστε επισης