Τράπεζες

Το νέο δίλημμα για τα δάνεια ελβετικού


Συμφέρει τους δανειολήπτες η ρύθμιση με μετατροπή σε ευρώ που θα προτείνουν οι τράπεζες;

Μπροστά σε ένα νέο δίλημμα φέρνουν τους δανειολήπτες ελβετικού φράγκου οι δυσμενείς γι’ αυτούς δικαστικές εξελίξεις, που οδηγούν σε προτάσεις ρυθμίσεων των δανείων, κοινός παρονομαστής των οποίων είναι η μετατροπή τους σε ευρώ, με βάση τη δυσμενή, τρέχουσα συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ με το ελβετικό νόμισμα.

Η πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (4/2019) «στεγανοποιεί» την αξίωση των  τραπεζών να εξοφληθούν τα στεγαστικά δάνεια ελβετικού φράγκου με βάση την εκάστοτε συναλλαγματική ισοτιμία, αφού κρίθηκε ότι ο σχετικός όρος είναι δηλωτικός, και δεν μπορεί να τεθεί σε έλεγχο καταχρηστικότητας.

Αυτή η απόφαση δημιουργεί δυσμενή δεδομένα για τους δανειολήπτες, ενόψει της συζήτησης, τον Μάιο, στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, της συλλογικής αγωγής καταναλωτικών οργανώσεων κατά της Eurobank. Αξίζει να σημειωθεί ότι και η απόφαση του Εφετείου, εναντίον της οποίας έχει υποβληθεί η αναίρεση στον Άρειο Πάγο από τους δανειολήπτες, αναγνωρίζει ότι ο όρος για τη συναλλαγματική ισοτιμία είναι δηλωτικός και δεν μπορεί να ελεγχθεί για καταχρηστικότητα.

Με αυτά τα δεδομένα, το δεύτερο εξάμηνο του έτους φαίνεται πως θα είναι η κρίσιμη περίοδος για τους δανειολήπτες ελβετικού φράγκου, οι οποίοι θα πρέπει να λάβουν αποφάσεις για τα δάνειά τους, που θα αποβούν καθοριστικές για την εξυπηρέτησή τους ως τη λήξη, παρότι θεωρητικά υπάρχει ένα ενδεχόμενο να προσφύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για να κριθεί αν αδικήθηκαν από τον Άρειο Πάγο και να διεκδικήσουν αποζημιώσεις από το Δημόσιο.

Οι τράπεζες αναμένεται να προτείνουν στους δανειολήπτες ρυθμίσεις με βάση δύο εργαλεία, ανάλογα με την περίπτωση: «κούρεμα», υπό όρους, μέρους της οφειλής θα προταθεί σε όσους έχουν υπόλοιπα δανείων που ξεπερνούν το 120% της αξίας του ακινήτου, ενώ θα δοθεί η δυνατότητα επιμήκυνσης της διάρκειας του δανείου, με ανώτατο όριο τα 25 χρόνια, εφόσον το επιτρέπει η ηλικία του δανειολήπτη (κατά τη λήξη του δανείου δεν θα πρέπει να η ηλικία του δανειολήπτη να ξεπερνά τα 25 χρόνια).

Με αυτές τις ρυθμίσεις θα επιδιωχθεί να έλθει όσο πιο κοντά γίνεται το ύψος της δόσης με την εισοδηματική δυνατότητα του δανειολήπτη, ώστε η εξυπηρέτηση του δανείου να καταστεί βιώσιμη.

Κοινός παρονομαστής όλων των ρυθμίσεων που θα προταθούν στους δανειολήπτες θα είναι η μετατροπή του δανείου σε ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι ο δανειολήπτης θα υπογράψει μια νέα δανειακή σύμβαση, όπου το κεφάλαιο του δανείου θα κλειδώνει οριστικά με βάση την ισοτιμία κατά ο χρόνο  υπογραφής της νέας σύμβασης.

Στο πιο ακραίο παράδειγμα, αν κάποιος είχε συνάψει το αρχικό του δάνειο στην ιστορικά υψηλότερη ισοτιμία του ευρώ με το ελβετικό (1,6541 την 1/12/2007) και υπέγραφε σήμερα μια νέα σύμβαση, με την τρέχουσα ισοτιμία (1,1411) θα «κλείδωνε» μια συναλλαγματική διαφορά από την πτώση του ευρώ κατά 30,9% και θα έπρεπε να αποδεχθεί οριστικά ένα «φούσκωμα» τέτοιας τάξεως στο κεφάλαιο του δανείου.

Το ερώτημα για το δανειολήπτη, ιδιαίτερα στην περίπτωση που το νέο δάνειο έχει μακρά διάρκεια, είναι αν τον συμφέρει να «κλειδώσει» σήμερα ολόκληρη τη δυσμενή διαφορά της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ή αν θα μπορούσε να προσβλέπει, στη διάρκεια της εξυπηρέτησης του δανείου του, μια άνοδο του ευρώ που θα μειώσει το κεφάλαιο του δανείου.
Προβλέψεις για την εξέλιξη συναλλαγματικών ισοτιμιών σε μεγάλους χρονικούς ορίζοντες δεν είναι ασφαλείς. Όμως, υπάρχουν δύο γενικές παραδοχές που πρέπει να λάβει υπόψη του ένας δανειολήπτης:

  1. Η άνοδος του ελβετικού φράγκου, που έφθασε την πρώτη Μαΐου 2015 σε ιστορικό ρεκόρ 1,0332 έναντι του ευρώ, ήταν αναμφίβολα μια υπερβολή, που σχετιζόταν άμεσα με την έκτακτη συγκυρία της κρίσης στην ευρωζώνη, που είχε στρέψει τεράστιες ροές κεφαλαίων προς την ελβετική ασφάλεια.
  2. Από την άλλη, αν και έχει διαμορφωθεί μια τάση ενίσχυσης του ευρώ στην αγορά συναλλάγματος, που θα ήταν ισχυρότερη αν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν έκανε πίσω, σε σχέση με την προγραμματισμένη φέτος επαναφορά των επιτοκίων στην κανονικότητα, δύσκολα μπορεί κανείς να φαντασθεί μια άνοδο του ευρώ σε επίπεδα της καλής εποχής πριν την κρίση (άνω του 1,60). Αυτό θα μπορούσε να γίνει μόνο αν λύνονταν οριστικά τα θεμελιώδη προβλήματα της ευρωζώνης, για να επιστρέψει στην καλή εποχή των πρώτων χρόνων του ευρώ, όπου υπήρχε ισχυρή ανάπτυξη, υψηλά επιτόκια και σχετικά ισορροπημένη δημοσιονομική κατάσταση.

Με αυτά τα δεδομένα, ένας δανειολήπτης θα πρέπει να σταθμίσει αν τον συμφέρει μια μετατροπή του δανείου σε ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις παραμέτρους (ποσοστό κουρέματος, επιμήκυνση) και να υπολογίζει στην εξίσωση ότι θα χάσει με τη μετατροπή κάποια οφέλη από την αναμενόμενη άνοδο του ευρώ έναντι του ελβετικού, που όμως πιθανότατα δεν θα είναι τόσο μεγάλα, ώστε να προσβλέπει κανείς ρεαλιστικά στη διόρθωση των απωλειών που έχει υποστεί ως τώρα.