Τράπεζες

Θεραπεία - σοκ στις τράπεζες προτείνει η Επιτροπή Πισσαρίδη


Να τεθεί στόχος για μονοψήφια ποσοστά «κόκκινων» δανείων ως το 2021 - 2022 με κίνητρα και κυρώσεις για τις τράπεζες

Ακόμη και μια εναλλακτική λύση θεραπείας - σοκ προτείνει η Επιτροπή Πισσαρίδη στην κυβέρνηση να εξετασθεί για να ξεπεράσουν οι τράπεζες το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων και να αρχίσουν πάλι να χρηματοδοτούν επαρκώς την οικονομία. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι θα μπορούσε η κυβέρνηση να υποχρεώσει τις τράπεζες να μειώσουν με τιτλοποιήσεις σε μονοψήφιο ποσοστό τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε πολύ σύντομο χρόνο, το 2021 ή το 2022, καθιερώνοντας ένα σύστημα bonus malus, που θα επιβραβεύει ή θα τιμωρεί τις τράπεζες ανάλογα με τις επιδόσεις τους.

Παρεμβαίνοντας στη συζήτηση για την καλύτερη δυνατή λύση για να μειωθούν τα «κόκκινα» δάνεια, η Επιτροπή Πισσαρίδη καταθέτει μια πρόταση για πολύ γρήγορη εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών, σημειώνοντας:

  • Μια εναλλακτική λύση είναι η κάθε τράπεζα ανεξάρτητα να προχωρήσει ταχύτερα στην εξυγίανση του δικού της χαρτοφυλακίου προβληματικών δανείων μέσω τιτλοποιήσεων και πωλήσεων.
  • Υπό τη λύση αυτή, η κυβέρνηση, σε συνεννόηση με τον SSM, θα πρέπει να επιταχύνει το σημερινό τριετές πρόγραμμα μείωσης των προβληματικών δανείων που έχει εγκριθεί από τον SSM και που βασίζεται στο πρόγραμμα «Ηρακλής», και να θέσει στις ελληνικές τράπεζες τον δεσμευτικό στόχο ότι τα προβληματικά δάνεια ως προς το σύνολο των δανείων θα πρέπει να μειωθούν σε μονοψήφιο αριθμό στο τέλος του 2021 (ενδεχομένως με κάποια πρόβλεψη παράτασης αν η πανδημία συνεχιστεί και το 2021).
  • Παράλληλα, θα πρέπει να καθιερωθεί σύστημα bonus/malus από την κυβέρνηση και τον SSM για αποκλίσεις από τους στόχους και για διατήρηση επιχειρήσεων «ζόμπι» στο χαρτοφυλάκιό τους. Το σύστημα αυτό μπορεί να βασίζεται, ενδεικτικά, σε ευνοϊκότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις ή ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση για τράπεζες που ξεπερνούν τους στόχους τους.

Η Επιτροπή σημειώνει το υψηλό κόστος που έχουν οι τιτλοποιήσεις, όσον αφορά τα κεφάλαια των τραπεζών, αναφέροντας ότι από τις πρόσφατες τιτλοποιήσεις προκύπτει ότι για κάθε €1 δισεκ. προβληματικών δανείων που τιτλοποιούνται, απαιτούνται €200 εκατ. επιπρόσθετες προβλέψεις και κατ’ επέκταση και κεφάλαια, ενώ για πωλήσεις προβληματικών δανείων στην αγορά, οι ανάγκες για προβλέψεις είναι μεγαλύτερες.

Εξετάζοντας τις εναλλακτικές στρατηγικές για τη μείωση των προβληματικών δανείων, η Επιτροπή απορρίπτει μια αργή μείωση σε ορίζοντα έως πέντε έτη, γιατί θα παραταθούν τα υπάρχοντα προβλήματα στη χρηματοδότηση της οικονομίας, ενώ σχολιάζει τις δύο διαφορετικές στρατηγικές που προτείνουν η κυβέρνηση και η Τράπεζα της Ελλάδος (τιτλοποιήσεις με το σχέδιο «Ηρακλής» και δημιουργία bad bank). Ειδικότερα, η Επιτροπή σημειώνει ότι:

  • Το βασικό πρόβλημα με τις τράπεζες, και πηγή πολλών άλλων δυσχερειών (δυσκολία στον δανεισμό προς νέες επιχειρήσεις, δανεισμός σε επιχειρήσεις «ζόμπι») είναι τα προβληματικά δάνεια. Μια πρώτη στρατηγική είναι να επιλυθεί το πρόβλημα σταδιακά, σε ορίζοντα 3-5 χρόνων, κυρίως με την αξιοποίηση των ετήσιων κερδών προ προβλέψεων για την αύξηση των προβλέψεων κάθε χρόνο, καθώς και με τιτλοποιήσεις ή πωλήσεις προβληματικών δανείων. Οι κεφαλαιακές ανάγκες που ενδέχεται να προκύψουν με τη στρατηγική αυτή θα μπορούν να καλυφθούν στο μέλλον, ίσως υπό καλύτερες συνθήκες. Η στρατηγική αυτή περιορίζει τις άμεσες ανάγκες για νέα κεφάλαια, αλλά παρατείνει τα υπάρχοντα προβλήματα.
  • Μια δεύτερη στρατηγική, την οποία θεωρούμε καλύτερη, είναι να λυθεί το πρόβλημα αμεσότερα, είτε μέσω της δημιουργίας «κακής τράπεζας» (bad bank) και τη μεταφορά του συνόλου των προβληματικών δανείων σε αυτή, είτε μέσω άμεσων μαζικών τιτλοποιήσεων ή και πωλήσεων προβληματικών δανείων στην αγορά από κάθε τράπεζα χωριστά. Και στις δυο περιπτώσεις, οι νέοι κάτοχοι των δανείων δεν έχουν κίνητρα να διατηρούν μη βιώσιμες επιχειρήσεις σε λειτουργία γιατί έχουν εγγράψει τα αντίστοιχα δάνεια στους ισολογισμούς τους στην πραγματική τους αξία. Επειδή, ακριβώς όμως, οι τράπεζες έχουν μεταφέρει τα δάνεια στους νέους κατόχους τους στην πραγματική τους αξία, ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με νέες κεφαλαιακές ανάγκες.
  • Η λύση της «κακής τράπεζας» έχει σημαντικά πλεονεκτήματα. Για παράδειγμα, ο συντονισμός μεταξύ των πιστωτών διευκολύνεται, καθώς όλα τα προβληματικά δάνεια από μια επιχείρηση συγκεντρώνονται κάτω από την ίδια στέγη. Η «κακή τράπεζα» μπορεί να έχει επίσης καλύτερες δυνατότητες να ανακτήσει χρεωστούμενα ποσά από κακοπληρωτές εξαιτίας του μεγέθους της.
  • Η λύση της «κακής τράπεζας» έχει και κάποια μειονεκτήματα. Η δημιουργία της «κακής τράπεζας» μπορεί να απαιτήσει μακρές διαπραγματεύσεις, ιδιαίτερα καθώς η κάθε τράπεζα βρίσκεται σε διαφορετικό σημείο εκκίνησης όσον αφορά τις προβλέψεις. Κατά το διάστημα αυτό, η διαχείριση των προβληματικών δανείων μπορεί να υπολειτουργεί. Οι τράπεζες έχουν επίσης προχωρήσει σε σχεδιασμό και υλοποίηση των δικών τους λύσεων η καθεμιά (π.χ. τιτλοποιήσεις), οι οποίες έχουν εγκριθεί από τον SSM, και η ανατροπή των λύσεων αυτών μπορεί να έχει κόστος.