Ένας στους πέντε εφήβους στις Ηνωμένες Πολιτείες δηλώνει ότι προτιμά να περνά χρόνο με μια εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης παρά με έναν συνομήλικό του. Το στοιχείο αυτό, που προέρχεται από έρευνα της Common Sense Media, αποτυπώνει την ταχύτητα με την οποία οι λεγόμενοι AI companions εισέρχονται στις προσωπικές και συναισθηματικές σχέσεις των νέων.
Τις διαστάσεις του φαινομένου αναλύει ο Γάλλος δοκιμιογράφος και ανώτερος δημόσιος λειτουργός Πολ Κλοτζ σε συνέντευξή του στη Le Monde, με αφορμή μελέτη του Fondation Jean Jaurès για τον «καπιταλισμό της μοναξιάς».
Πώς η απομόνωση μετατρέπεται σε κέρδος
Κατά τον Κλοτζ, οι μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες έχουν διαμορφώσει ένα οικονομικό μοντέλο όπου η μοναξιά μετατρέπεται σε εμπορικά αξιοποιήσιμο πόρο. Οι ψηφιακές υπηρεσίες συμβάλλουν στην απομόνωση, τη διατηρούν και στη συνέχεια προσφέρουν επί πληρωμή λύσεις για τον περιορισμό της.Ο καπιταλισμός της μοναξιάς είναι ένα σύστημα στο οποίο η απομόνωση έχει περάσει από τη θέση ενός ανεπιθύμητου κοινωνικού φαινομένου σε μια κατάσταση που μπορεί να αξιοποιηθεί εμπορικά.
Η βασική λογική των πλατφορμών παραμένει ο χρόνος χρήσης. Όσο περισσότερο παραμένει ένας χρήστης συνδεδεμένος, τόσο περισσότερα δεδομένα παράγει για τους διαφημιζόμενους. Για την αύξηση αυτού του χρόνου επιστρατεύονται μηχανισμοί που απομακρύνουν τον χρήστη από τις πραγματικές κοινωνικές σχέσεις.
Ο απομονωμένος χρήστης κρίνεται πολυτιμότερος για την αγορά της προσοχής, καθώς η μοναξιά του συνδέεται με μεγαλύτερη μελλοντική κατανάλωση. Στο πλαίσιο αυτό, διατίθενται εφαρμογές γνωριμιών, πλατφόρμες εύρεσης φίλων και πλέον AI companions — chatbots σχεδιασμένα να συντηρούν συναισθηματικές σχέσεις.
Τα στοιχεία για τη «συναισθηματική AI» και το κοινωνικό κόστος
Εκτός από το 20% των εφήβων στις ΗΠΑ που προτιμά την AI από έναν φίλο, σημαντική διείσδυση καταγράφεται και στη Γαλλία. Σύμφωνα με το Baromètre du numérique (βάσει μελέτης του Crédoc), το 23% των ατόμων κάτω των 40 ετών έχει χρησιμοποιήσει την τεχνητή νοημοσύνη ως ψυχολογική υποστήριξη, φίλο ή ακόμη και ερωτικό σύντροφο.
Τα εργαλεία αυτά δημιουργούν ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς, ενώ το επιχειρηματικό τους μοντέλο βασίζεται στη συλλογή δεδομένων. Η εξάρτηση αυτή επιφέρει επιπτώσεις στις γνωστικές δεξιότητες, τη συγκέντρωση και την ψυχική υγεία. Ενδεικτικά, οι δαπάνες ψυχικής υγείας για ένα άτομο που βιώνει μοναξιά είναι κατά 10% υψηλότερες, ενώ επηρεάζεται η παραγωγικότητα και η επιστροφή στην αγορά εργασίας.
Προτάσεις για απαγορεύσεις και θεσμικές παρεμβάσεις
Απέναντι στους κινδύνους, ο Κλοτζ προτείνει συγκεκριμένα μέτρα:
-
Υποχρέωση των πλατφορμών να αποδεικνύουν πριν την κυκλοφορία νέων υπηρεσιών ότι δεν ενσωματώνουν μηχανισμούς εξάρτησης.
-
Μορατόριουμ στη χρήση AI companions για παιδιά κάτω των 16 ετών, έως ότου μελετηθούν οι ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις.
-
Πολιτικές κατά της οικονομικής ανασφάλειας, δημιουργία περισσότερων δημόσιων χώρων και ενός δημόσιου συστήματος εθελοντισμού για την ενίσχυση της κοινωνικής δικτύωσης.
Οι πολιτικές διαστάσεις της κοινωνικής απομόνωσης
Παράλληλα, ο Κλοτζ υποστηρίζει ότι ο εγκλωβισμός των χρηστών στις δικές τους προτιμήσεις περιορίζει την επαφή με διαφορετικές απόψεις, καθιστώντας τους ευάλωτους σε απλουστευτικές αφηγήσεις.
Η κοινωνική απομόνωση μπορεί να καταστήσει τους πολίτες περισσότερο ευάλωτους σε αυταρχικές πολιτικές προτάσεις που υπόσχονται μια νέα μορφή συλλογικής ταυτότητας.
Επικαλούμενος το έργο της Hannah Arendt «Οι Ρίζες του Ολοκληρωτισμού», καταλήγει ότι η μοναξιά αποτελεί ένα σύνθετο ζήτημα με οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις.