Με Άποψη

Στην καταιγίδα του πολέμου και της ακρίβειας


Από τις 24 Φεβρουαρίου γράφεται ένα νέο κεφάλαιο στη μεταπολεμική ευρωπαϊκή ιστορία. Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Ευρώπη αγωνίζεται να σταματήσει έναν άδικο πόλεμο και να προασπίσει τις δημοκρατικές και ανθρωπιστικές αξίες της. Παράλληλα, αντιμετωπίζει μεγάλες οικονομικές προκλήσεις, με τον πληθωρισμό να έχει εκτιναχθεί σε επίπεδα ρεκόρ και την προοπτική ανάκαμψης μετά την πανδημία να τίθεται εν αμφιβόλω.

Στα καθ’ ημάς, αυτή η νέα πολύπλευρη κρίση αποτελεί μια σκληρή δοκιμασία για την κυβέρνηση, που βγαίνει από τη διαχείριση μιάς πρωτοφανούς υγειονομικής κρίσης και έχει ακόμη να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις της στην οικονομία. 

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΣΑΜΠΑΝΗ*

Στο ζήτημα της Ουκρανίας και στην αντιπαράθεση Δύσης-Ρωσίας τήρησε αποφασιστική στάση, παίρνοντας ξεκάθαρη θέση. Οσον αφορά τη διαχείριση της ενεργειακής κρίσης και των πολλαπλών επιπτώσεων της, προσπαθεί να βρεί την ενδεδειγμένη ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη να υποστηριχθούν οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά έναντι του πληθωρισμού, και στην προάσπιση της δημοσιονομικής σταθερότητας.

 Με τη διεθνή νομιμότητα

Από την πρώτη στιγμή, με την ομιλία του στη Βουλή την 1η Μαρτίου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξεκαθάρισε τη θέση της Ελλάδας έναντι της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. «Είμασταν πάντα στη σωστή πλευρά της ιστορίας και αυτό κάνουμε και τώρα. Είμαστε και εμείς Δύση. Προωθούμε τη διεθνή νομιμότητα. Ζούμε με την πληγή της Κύπρου και δεχόμαστε απειλές για τα νησιά μας. Δεν μπορούμε να στεκόμαστε αδιάφορα απέναντι σε αυταρχικούς ηγέτες που θέλουν να ξαναζωγραφίσουν τα σύνορα. Εδώ δεν χωρούν ίσες αποστάσεις. Ή είσαι με την ειρήνη και το Διεθνές Δίκαιο, ή είσαι απέναντί τους».

Έκτοτε η χώρα μας έχει κρατήσει σταθερή γραμμή, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι  υποστηρίζει τον αμυνόμενο λαό της Ουκρανίας και θέλει να διαδραματίσει εποικοδομητικό ρόλο στην Ατλαντική Συμμαχία. Δεν θέλησε να παίξει ρόλο επιτήδειου ουδέτερου όπως η Τουρκία, που επιχειρεί να αποσπάσει ανταλλάγματα για τη συμμετοχή της στην αντιπαράθεση Δύσης-Ρωσίας.

Για την Ελλάδα, η προάσπιση της διεθνούς νομιμότητας δεν είναι εργαλείο διαπραγμάτευσης, αλλά ζήτημα εθνικής επιβίωσης: Αν δεν λέμε σταθερό «όχι» στον αναθεωρητισμό και τη χρήση βίας στις διεθνείς σχέσεις, δεν θα έχουμε νομιμοποίηση να ζητήσουμε διεθνή υποστήριξη για την υπεράσπιση της χώρας έναντι των αναθεωρητικών επιδιώξεων της Αγκυρας.

Η κυβέρνηση δεν θέλησε να κρατήσει ισορροπίες για να κατευνάσει το καθεστώς Πούτιν. Εκτίμησε ότι οι διπλωματικές ακροβασίες δεν έχουν θέση στη σημερινή συγκυρία, ότι ο κατευνασμός θα ισοδυναμούσε με ανοχή και στήριξη.

Ακριβό ρεύμα, στήριξη, δημοσιονομικές αντοχές

Στο πεδίο της οικονομίας, η μεγαλύτερη πρόκληση για την κυβέρνηση είναι η έξαρση του πληθωρισμού, που αναμένεται ότι πρώτη φορά από την εποχή της δραχμής θα εκτιναχθεί σε διψήφιο ποσοστό τον Απρίλιο, κυρίως εξαιτίας των ανατιμήσεων στον τομέα της ενέργειας. Πρόκειται για πρόβλημα κοινωνικό, πλέον, αφού η διόγκωση των λογαριασμών του ρεύματος δοκιμάζει τις οικονομικές αντοχές της πλειονότητας των Ελλήνων πολιτών.

Η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση δεν έχει κατορθώσει ως τώρα να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Εχει προσφέρει όμως ισχυρή στήριξη σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με επιδοτήσεις στους λογαριασμούς ρεύματος. Σκοπεύει μάλιστα να προχωρήσει σε πρόσθετα μέτρα -όπως η επιβολή πλαφόν στις τιμές, για να μειώσει ακόμη περισσότερο τις επιβαρύνσεις για τους καταναλωτές.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι τα μέτρα που έχει λάβει ως τώρα η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης, ενώ εξαντλούν τα όρια αντοχής του κρατικού προϋπολογισμού και των ευρωπαϊκών πόρων, δεν καταλήγουν να δημιουργούν δημοσιονομικό πρόβλημα, ούτε υποσκάπτουν την προσπάθεια επιστροφής της χώρας στην επενδυτική βαθμίδα των οίκων αξιολόγησης.

Αν ενέδιδε στον πειρασμό των μεγαλύτερων “παροχών”, η κυβέρνηση μπορεί να κέρδιζε κάτι σε δημοσκοπικούς πόντους – ίσως και ψήφους στις επόμενες εκλογές. Ομως θα έθετε πάλι την οικονομία σε κινδύνους.

*Οικονομολόγος, πρώην στέλεχος τραπεζών