Τράπεζες

Σκληρό πρέσινγκ από την ΕΚΤ στις τράπεζες για τα κόκκινα δάνεια της πανδημίας


«Σφίγγει τα λουριά» ο εποπτικός μηχανισμός της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στις τράπεζες της ευρωζώνης για τα νέα κόκκινα δάνεια που θα δημιουργήσει η πανδημία, δίνοντας αυστηρές οδηγίες για έγκαιρη αναγνώριση των ζημιών που θα προκύψουν, αλλά και για την υιοθέτηση ορθών πρακτικών κεφαλαιακού προγραμματισμού, δηλαδή να είναι προβλέπουν τις επιπτώσεις που θα έχουν τα νέα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στην κεφαλαιακή τους επάρκεια και να είναι έτοιμες για την ενίσχυση της κεφαλαιακής τους βάσης.

Στην ετήσια έκθεσή του, ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (SSM) σημειώνει ότι, με βάση τα αποτελέσματα ειδικού ελέγχου που έγινε το καλοκαίρι του 2020, οι τράπεζες της ευρωζώνης έχουν αρκετά αποθέματα κεφαλαίων για να αντέξουν την πίεση που δημιουργεί η πανδημία. «Σύμφωνα με ένα κεντρικό σενάριο, το οποίο υποθέτει μια πολύ μεγάλη ύφεση, με μείωση του ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ κατά 8,7% το 2020, και στη συνέχεια μια αρκετά εύρωστη ανάκαμψη την περίοδο 2021-22, εκτιμήθηκε ότι ο τραπεζικός τομέας θα ήταν σε θέση να αντεπεξέλθει στις επιπτώσεις που θα είχε αυτή η διαταραχή στην ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού και την κεφαλαιακή επάρκεια», τονίζει ο επικεφαλής του SSM Αντρέα Ενρία. Ο βασικός δείκτης (CET1) εκτιμήθηκε ότι με βάση το κεντρικό σενάριο θα υποχωρήσει το 2022 κατά 1,9%, ενώ με το δυσμενές σενάριο θα μειωθεί κατά 5,7%.

Κίνδυνος απότομης ανόδου των κόκκινων δανείων 

Όπως τονίζει ο επικεφαλής του SSM, «η πανδημική κρίση όξυνε τον κίνδυνο δημιουργίας νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) λόγω της επιδείνωσης της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού στους ισολογισμούς των τραπεζών. Το υψηλό επίπεδο των ΜΕΔ συνολικά στη ζώνη του ευρώ αποτελούσε πηγή ανησυχίας από πλευράς εποπτείας ήδη από τις αρχές του 2020, δηλαδή προ της πανδημικής κρίσης, και τώρα υπάρχει ο πρόσθετος κίνδυνος απότομης ανόδου του όταν αρχίσει η απόσυρση των μέτρων στήριξης (cliff effects)».

Μπροστά σε αυτό τον κίνδυνο, ο Ενρία προτρέπει τις τράπεζες να διαμορφώσουν «αυστηρές στρατηγικές για την παρακολούθηση και διαχείριση περιπτώσεων υποβάθμισης της ποιότητας των δανείων, έτσι ώστε να εντοπίζουν τους κινδύνους σε ένα πρώιμο στάδιο και να προβαίνουν σε ενεργητική διαχείριση των ανοιγμάτων προς πελάτες που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες. Θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε πολύ προσεκτικά πόσο αποτελεσματικά εφαρμόζουν οι τράπεζες αυτές τις στρατηγικές στη διάρκεια της κρίσης και θα συνεχίσουμε σε συνεργασία με τις τράπεζες να αναζητούμε τρόπους για τη γρήγορη επίλυση του προβλήματος».

Σύμφωνα με την έκθεση του SSM, «o πιστωτικός κίνδυνος αποτελεί μία από τις πιο άμεσες προκλήσεις για τον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα. Η δυσμενέστερη οικονομική συγκυρία αναμένεται να οδηγήσει σε επιδείνωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού, ιδίως όταν αποσυρθούν τελικά τα κυβερνητικά μέτρα στήριξης. Οι Μη Χρηματοπιστωτικές Επιχειρήσεις σε πολλούς τομείς αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα αυξημένο κίνδυνο φερεγγυότητας λόγω της απότομης μείωσης των κερδών, η οποία επιταχύνθηκε σε ορισμένους τομείς εξαιτίας της αλλαγής συμπεριφοράς των πελατών, ενώ η εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων των νοικοκυριών μπορεί να αντιμετωπίσει δυσκολίες ως αποτέλεσμα της δυνητικής επιδείνωσης της αγοράς εργασίας».

Συγκρατημένη ανάκαμψη κερδοφορίας το 2021

Οι προβλέψεις του SSM αναφέρουν ότι «η κερδοφορία των εποπτευόμενων ιδρυμάτων προβλέπεται ότι θα ανακάμψει συγκρατημένα το 2021, σε ένα χαμηλό πάντως επίπεδο που θα συνοδεύεται από δυσμενείς προοπτικές για τα κέρδη. Επιπλέον, η επίδραση της πανδημίας αναμένεται να δημιουργήσει την ανάγκη για αυξημένο σχηματισμό προβλέψεων, γεγονός που με τη σειρά του θα επιβαρύνει περαιτέρω τη διαρθρωτικά χαμηλή κερδοφορία στον τραπεζικό τομέα».

Σε αυτές τις συνθήκες, τονίζεται, «οι τράπεζες χρειάζεται να διαθέτουν αξιόπιστες στρατηγικές διαχείρισης κινδύνων, ειδικά δομημένες ώστε να ενισχύουν τις πρακτικές διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου. Η αποτελεσματική παρακολούθηση των κινδύνων, η ορθή αναγνώριση της επιδείνωσης της πιστωτικής ποιότητας (επισήμανση των δανείων υπό ρύθμιση -forebearance flagging- και χαρακτηρισμός δανείων ως αβέβαιης είσπραξης), η διαφανής και ακριβής διαχείριση των προβληματικών στοιχείων ενεργητικού και, τέλος, η επαρκής και έγκαιρη κάλυψη των κινδύνων από σχηματισθείσες προβλέψεις είναι στοιχεία που χαρακτηρίζουν μια αξιόπιστη στρατηγική διαχείρισης κινδύνων.

Οι εποπτικές προτεραιότητες για το 2021 θα εστιάσουν σε τέσσερις κρίσιμους τομείς που επηρεάστηκαν σημαντικά από την πανδημική κρίση:

  1. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα αξιολογήσει κατά προτεραιότητα την επάρκεια των πρακτικών διαχείρισης, παρακολούθησης και υποβολής αναφορών των κινδύνων. Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στην ικανότητα των τραπεζών να ανιχνεύουν την επιδείνωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού σε πρώιμο στάδιο, να σχηματίζουν εγκαίρως επαρκείς προβλέψεις και να προβαίνουν στις απαραίτητες ενέργειες για τη διαχείριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών και των ΜΕΔ.
  2.  Επιπλέον, είναι απαραίτητο να διαθέτουν οι τράπεζες ορθές πρακτικές κεφαλαιακού προγραμματισμού, βασισμένες σε κεφαλαιακές προβλέψεις που προσαρμόζονται σε ένα δυναμικά μεταβαλλόμενο περιβάλλον, ιδίως υπό συνθήκες κρίσης όπως η τρέχουσα πανδημία. Επίσης, η πανευρωπαϊκή άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που συντονίζει η ΕΑΤ θα διενεργηθεί το 2021 και θα αποτελέσει σημαντικό στοιχείο για την εκτίμηση της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών.
  3. Η κερδοφορία των τραπεζών και η βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων τους εξακολουθούν να δέχονται πιέσεις από το οικονομικό περιβάλλον, τα χαμηλά επιτόκια, το πλεονάζον δυναμικό, τη χαμηλή αποδοτικότητα του κόστους και τον ανταγωνισμό από άλλες τράπεζες και από μη τραπεζικά ιδρύματα. Η πανδημία εντείνει αυτές τις πιέσεις. Το 2021 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα συνεχίσει τις προσπάθειες να υποβάλει σε έλεγχο τα στρατηγικά σχέδια των τραπεζών και τα συναφή μέτρα που λαμβάνουν οι διοικήσεις τους για να ξεπεραστούν οι υπάρχουσες αδυναμίες.
  4. Τομέας ιδιαίτερου εποπτικού ενδιαφέροντος θα εξακολουθήσει να είναι η διακυβέρνηση και ιδίως οι λειτουργικές δυνατότητες και η πληροφοριακή υποδομή των τραπεζών για την κατάρτιση συγκεντρωτικών δεδομένων κινδύνων, καθώς και το πόσο αποτελεσματικά διαχειρίζονται τον κίνδυνο κρίσεων. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα συνεχίσει να αξιολογεί τις λειτουργίες εσωτερικού ελέγχου των τραπεζών, μεταξύ άλλων για τον περιορισμό του κινδύνου ξεπλύματος χρήματος και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

Η ανάλυση κινδύνων

Σημειώνεται ότι το 2020 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ διενήργησε ανάλυση ευπαθειών (VA) σε 86 Συστημικά Ιδρύματα, προκειμένου να εκτιμηθούν οι πιθανές επιπτώσεις της πανδημικής κρίσης στον τραπεζικό τομέα της ζώνης του ευρώ. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στις 28 Ιουλίου 2020. Ομοίως αξιολογήθηκε η ευπάθεια του τομέα των λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων (ΛΣΙ) στον πιστωτικό κίνδυνο και τον κίνδυνο ρευστότητας από τυχόν επιδείνωση της μακροοικονομικής κατάστασης.

Τα αποτελέσματα αυτής της άσκησης έδειξαν ότι ο τραπεζικός τομέας της ζώνης του ευρώ είναι σε γενικές γραμμές σε θέση να αντέξει τη διαταραχή που προκάλεσε η πανδημία. Ωστόσο εξακολουθεί να επικρατεί σημαντική αβεβαιότητα σχετικά με το κατά πόσον θα επιδεινωθεί η ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού μόλις αρθούν τα μέτρα αναστολής πληρωμών, ιδίως στους τομείς της οικονομίας που πλήττονται περισσότερο. Η αβεβαιότητα γύρω από την εξέλιξη της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού αντανακλάται στις διαφορετικές πολιτικές σχηματισμού προβλέψεων που υιοθέτησαν οι τράπεζες και εξακολουθεί να εμπνέει ανησυχία από πλευράς εποπτείας.

Η ανάλυση ευπαθειών εξέτασε δύο σενάρια εξέλιξης της πανδημίας και των επιπτώσεών της, τα οποία σε μεγάλο βαθμό περιλάμβαναν τις επιδράσεις των νομισματικών, εποπτικών και δημοσιονομικών παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση της πανδημικής κρίσης. Με βάση το κεντρικό σενάριο – που είναι και το πιθανότερο να υλοποιηθεί σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες του Ευρωσυστήματος – ο μέσος δείκτης CET1 των ΣΙ μειώθηκε από 14,5% σε 12,6%, επιβεβαιώνοντας ότι οι τράπεζες που υπόκεινται στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία είναι σήμερα επαρκώς κεφαλαιοποιημένες ώστε να αντέξουν μια βραχυχρόνια βαθιά ύφεση. Τα υφιστάμενα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας θα επέτρεπαν γενικά στον τραπεζικό τομέα να αντεπεξέλθει και στις επιπτώσεις του δυσμενούς σεναρίου, το οποίο υποθέτει βαθύτερη ύφεση και βραδύτερη οικονομική ανάκαμψη, με αποτέλεσμα ο μέσος δείκτης CET1 των τραπεζών να μειώνεται από 14,5% σε 8,8%.

Εντούτοις, σύμφωνα με το δυσμενές σενάριο, ορισμένες τράπεζες θα χρειαζόταν να προβούν σε ενέργειες προκειμένου να εξακολουθήσουν να πληρούν τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις.