Πολιτική

Sipri: Λιγότερα νέα πυρηνικά όπλα παγκοσμίως


Μείωση στον αριθμό πυρηνικών όπλων παρατηρήθηκε παγκοσμίως την περασμένη χρονιά, ωστόσο οι επενδύσεις στη συντήρηση των ήδη υπαρχόντων πυρηνικών συστημάτων αυξήθηκαν.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το Το Ινστιστούτο Ερευνών για την Ειρήνη SIPRI με έδρα τη Στοκχόλμη στη νέα έκθεσή του για τα πυρηνικά όπλα, το  2017 εννιά χώρες είχαν στην κατοχή τους σχεδόν 14.935 πυρηνικά όπλα. Πρόκειται για τις ΗΠΑ, τη Ρωσία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία, την Κίνα, την Ινδία, τον Πακιστάν, το Ισραήλ και τη Βόρεια Κορέα. Ο αριθμός των πυρηνικών όπλων που οι χώρες αυτές διαθέτουν συνολικά, εμφανίζεται ελαφρώς μειωμένος σε σχέση με πέρυσι. Αυτό αποδίδεται στις προσπάθειες που έχουν καταβάλει τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ρωσία, οι οποίες από κοινού διαθέτουν το 93% του παγκόσμιου πυρηνικού οπλοστασίου. Ωστόσο καταγράφεται το εξής παράδοξο: οι ίδιες εννιά χώρες συνεχίζουν να επενδύουν στο μεταξύ κονδύλια για την επισκευή και συντήρηση των ήδη υπαρχόντων πυρηνικών συστημάτων τους.

Παρά την πρόοδο το μέλλον δεν διαγράφεται χωρίς πυρηνικά όπλα

«Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί σε επίπεδο διεθνών συνομιλιών για την πλήρη απαγόρευση των πυρηνικών όπλων, και στις εννιά χώρες βρίσκονται σε εξέλιξη προγράμματα συντήρησης των εν λόγω εξοπλισμών», ανέφερε στη DW η Σάνον Κάιλ, ερευνήτρια στο SIPRI. «Με λίγα λόγια, αυτό σημαίνει ότι καμία από αυτές τις χώρες δεν είναι διατεθειμένη να θέσει οριστικό τέρμα στους πυρηνικούς εξοπλισμούς στο άμεσο μέλλον», συμπληρώνει η ίδια.

Ειδικότερα, όπως μεταδίδει το skai.gr, σύμφωνα με την έρευνα του Ινστιτούτου της Στοκχόλμης, οι ΗΠΑ αναμένεται να επενδύσουν 400 δις δολάρια μεταξύ 2017 και 2026 για να συντηρήσουν αποτελεσματικά το πυρηνικό τους οπλοστάσιο. Μάλιστα υπολογίζεται ότι μέσα στα επόμενα 30 χρόνια η Ουάσιγκτον θα επενδύσει συνολικά ένα τρις δολ. για το πυρηνικό της πρόγραμμα. Πρόκειται για μια διαδικασία που ξεκίνησε ήδη επί προεδρίας Ομπάμα και η οποία αναμένεται να συνεχιστεί επί Τραμπ, σημειώνει ο Χανς Κρίστενσεν, επιστημονικός συνεργάτης του SIPRI.

Δίχως αμφιβολία πάντως τα βλέμματα όλων είναι στραμμένα στη Βόρεια Κορέα, η οποία ήδη έκανε στο πρόσφατο παρελθόν δύο πυρηνικές δοκιμές σε μια προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων, οι οποίες όμως, σύμφωνα με ειδικούς, δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές δυνατότητές της. Όπως επισημαίνει η έρευνα, η Β. Κορέα έχει σημειώσει πρόοδο στην ανάπτυξη του πυρηνικού και πυραυλικού της προγράμματος, ωστόσο δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι έχει κατασκευάσει πράγματι πυρηνικές κεφαλές ικανές να πλήξουν -με τη βοήθεια πυραυλικών συστημάτων- στόχους επί αμερικανικών εδαφών.

Ποια η κατάσταση επί ευρωπαϊκού εδάφους;

Οι δύο χώρες της ΕΕ που διαθέτουν πυρηνικό οπλοστάσιο είναι το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία. Τον περασμένο Ιανουάριο το Λονδίνο διέθετε 215 πυρηνικές κεφαλές, εκ των οποίων οι 120 θεωρούνται λειτουργικές. Στο μεταξύ το βρετανικό κοινοβούλιο έχει επικυρώσει από πέρυσι το πρόγραμμα που αναμένεται να διαδεχθεί το ήδη υπάρχον πυρηνικό πρόγραμμα Trident. Ωστόσο τα επενδυτικά κεφάλαια θα χορηγούνται τα επόμενα χρόνια σταδιακά και υπό αυστηρό έλεγχο.

Η Γαλλία από την άλλη πλευρά διαθέτει 300 πυρηνικές κεφαλές. Σύμφωνα με το SIPRI, το Παρίσι προτίθεται να εκσυγχρονίσει στο μέλλον το πυρηνικό του πρόγραμμα. Μάλιστα σχεδιάζει να αποκτήσει μέσα στα επόμενα χρόνια ένα υποβρύχιο νέας γενιάς που θα διαθέτει βαλλιστικά συστήματα συμβατά με πυρηνικές κεφαλές.

Ας σημειωθεί, τέλος, ότι η Κίνα διαθέτει 270 πυρηνικές κεφαλές, το Πακιστάν 140 και η Ινδία 130.