ΕΥΖην

Ρούμπος Κουτσούρης, «Στα ρηχά νερά της λίμνης»: μια ψύχραιμη ματιά στην ανθρώπινη ύπαρξη


«Κάποιος μου μιλούσε κάθε μέρα της ζωής μου
στο αυτί, σιγανά, αργά.
Μου έταζε: Ζήσε, ζήσε, ζήσε!
Ήταν ο θάνατος»

Jaime Sabines
 
Λιτά, επιγραμματικά, με δωρικό ύφος, με ένα λόγο γεμάτο μυστήριο και ομορφιά που θυμίζει τα παραμύθια των παιδικών μας χρόνων, ο Αργείος συγγραφέας Ρούμπος Κουτσούρης, στην συλλογή διηγημάτων του «Στα ρηχά νερά της λίμνης», μιλά για την πολιορκημένη από το θάνατο δύναμη της ζωής, που τίποτα δεν της αντιστέκεται. Με την δεξιότητα των μεγάλων μυθογράφων αφηγείται τα πιο παράδοξα συμβάντα και αποδεικνύει πως η μαγεία, το θαύμα, το απίθανο, το υπερφυσικό, το παράδοξο είναι απλώς ο τρόπος που εκδηλώνεται η εξίσου αινιγματική και βραχύχρονη ανθρώπινη ύπαρξη.

Μόνο που στα διηγήματά του δεν υπάρχουν δράκοι, κακές μάγισσες ή καλές νεράιδες που να μεσολαβήσουν ή να επέμβουν για να αλλάξουν το ρου των γεγονότων ─κι ας υπάρχουν κάστορες απ’ τα ανατολικά με ανθρώπινη συμπεριφορά ή ένας άπληστος και αυτοκαταστροφικός βασιλιάς─, γενικά υπάρχουν μόνο οι άνθρωποι, με τα ελαττώματα, τα πάθη και το χαρακτήρα τους, οι οποίοι μοιάζουν εξοικειωμένοι με τον αδυσώπητο και πάντα αιφνιδιαστικό θάνατο. Στο βάθος όλοι γνωρίζουν ότι ζουν στην κόψη του ξυραφιού και ότι ο χρόνος γλιστρά αφήνοντας στους θνητούς την πικρή γεύση της ματαιότητας.

Τα συμβάντα που περιγράφονται στη συλλογή "Στα ρηχά νερά της λίμνης" οφείλονται αποκλειστικά στους πρωταγωνιστές τους. Τους κάτοικους μιας επαρχιακής πόλης, οι οποίοι αναπόφευκτα υφίστανται τις συνέπειες των ενσυνείδητων επιλογών ή των σφαλμάτων τους. Με αυτό τον τρόπο η ζήλια, η κακία, το ψέμα, η συστολή, η περηφάνια, η δυσπιστία, η ατολμία που οι άνθρωποι δεν καταφέρνουν να δαμάσουν, χτίζουν τη μοναξιά των προσώπων. Συνεπώς, σπάνια τα διηγήματά του Κουτσούρη κλείνουν με αίσιο τέλος.

Μαζί με το ξημέρωμα καραδοκεί πάντα ο θάνατος με τους διαφορετικούς του τρόπους έκφρασης: τη λήθη, την εξαφάνιση, τη σιωπή, την αδιαφορία, την αφηρημάδα, την αλλοτρίωση∙ καταστάσεις που συνυπάρχουν με το σφοδρό πόθο, τον ερωτισμό, την ορμή, την ομορφιά, την αγάπη, το πάθος και το όνειρο που ταρακουνούν τον άνθρωπο που νιώθει την απειλή του αφανισμού και τον αναγκάζουν να γαντζωθεί από την ύπαρξη του.

Η ζωή και ο θάνατος πάνε μαζί, αχώριστα, και προχωρούν αφήνοντας στο διάβα τους απορημένους ανθρώπους, σαν να πρόκειται για φλούδες ενός καρπού που πήγε χαμένος. Δεν υπάρχει όμως κανένας στον οποίον οι πρωταγωνιστές αυτών των διηγημάτων θα μπορούσαν να επιρρίπτουν την ευθύνη της χαμένης ευκαιρίας παρά στον ίδιο τον εαυτό τους. Ουσιαστικά δεν υπάρχει πού να στραφεί ο άνθρωπος για να γλυτώσει από τη φθορά του χρόνου, η παιδική ηλικία δεν είναι ένας παράδεισος γιατί ο θάνατος δεν αφήνει ανέγγιχτη την αθωότητα, ούτε ο έρωτας που αργά ή γρήγορα ξεθωριάζει.

Η «θαλασσοφίλητη πολιτεία» όπου διαδραματίζονται οι ιστορίες που αφηγείται ο Κουτσούρης ─που αν και δεν την ονομάζει δείχνει να είναι το Ναύπλιο, πόλη στην οποία άλλωστε ο δικηγόρος και συγγραφέας εργάζεται και ζει─ δεν μοιάζει να έχει καταφέρει να πλάσει τους κατοίκους της όμοιους με την ομορφιά της.

Ως πλαίσιο οι άνθρωποι έχουν μια φύση που ακολουθεί τους ρυθμούς της και εκφράζεται με την δική της γλώσσα: το κίτρινο χρώμα του ήλιου ή των ανοιξιάτικων λουλουδιών, π.χ. προμηνύει συμφορές, η σύμπτωση πολλών γεγονότων με την ημέρα του Αϊγιαννιού του Ριζικάρη ─που σηματοδοτεί το τέλος ενός κύκλου και την αναγένννηση─ φέρνει μαζί κι έναν θάνατο που έρχεται όπως έρχονται όλα στη ζωή, αθόρυβα, διακόπτει ένα νήμα, γεμίζει τους επιζώντες ─«τους εναπομείναντες» ή «τους τεθλιμμένους συγγενείς»─ φόβο και αμηχανία. Ύστερα όλα επανέρχονται στην ομαλότητα όπως το νερό μετά από την ταραχή που προκάλεσε η ρίψη μιας πέτρας στην αρυτίδωτη επιφάνεια του.

Αυτή η φύση είναι επιβλητική, γόνιμη, και ο άνθρωπος μοιάζει να της είναι ξένος. Βαδίζουν παράλληλα, όχι μαζί. Εκείνη με τους δικούς της αμείλιχτους κύκλους και κανόνες, εκείνος απορροφημένους από τις ενασχολήσεις ή τα ανεκπλήρωτα όνειρα που τον μετατρέπουν σε ξένο σώμα. Όσοι όμως παρεκκλίνουν ακόμα και ασυνείδητα από το ρυθμό που επιβάλλει ο χρόνος αφανίζονται, σαν να πετάγονται έξω από το χορό. Δεν υπάρχει μια θρησκευτική διάσταση της ύπαρξης, καμία αυταπάτη, υπάρχει μονάχα ο άνθρωπος με την σάρκα του, τις συνήθειες του και τους κρυφούς πόθους του αντιμέτωπος με την πεζή καθημερινότητα.

Ο Κουτσούρης δεν αποφεύγει να μιλήσει για τον πανταχού παρόντα θάνατο και να αναφέρεται στον εκλιπόντα με όλες τις πιθανές ονομασίες που του αποδίδονται. Ονομάζει χωρίς περιστροφές τον μεταστάντα, το μακαρίτη, τον πεθαμένο, το συχωρεμένο, το θανόντα, τον αποβιώσαντα, το νεκρό, το τεθνεώτα, τον εις Κύριον αποδημήσαντα και δεν φοβάται να μιλήσει για τον «μάλλον εις διάβολον αποδημήσαντα» όταν ο εκλιπών προκαλούσε μίσος και αηδία με τις πράξεις του όσο ζούσε, μια και ο θάνατος αιωρείται στα διηγήματά του και δεν κάνει διακρίσεις. Έρχεται και λειτουργεί ως ένας στιγμιαίος καθρέφτης της ψυχής των ανθρώπων για να επιβεβαιώσει το εφήμερο της ύπαρξης.

Τα διηγήματα του Ρούμπου Κουτσούρη, γεμάτα λυρισμό, έχουν την σπάνια ικανότητα να εκπλήσσουν και να μαγεύουν τον αναγνώστη και να τον μεταφέρουν μέσα στις σελίδες τους για να συμπορευτούν με τους πρωταγωνιστές τους πέρα από το τέλος του αφηγήματος. Τον κάνουν να περιπλανάται τους δρόμους και τα περίχωρα της «θαλασσοφίλητης πολιτείας», που λειτουργεί ως το σενάριο όπου υπάρχουν ζωές που σιγοτρέμουν όπως ένα κερί σε ένα δωμάτιο με ανοιχτά τα παράθυρα.

Οι πρωταγωνιστές του είναι επί το πλείστον μοναχικοί άνθρωποι, που ζουν με την συνείδηση ότι κρατούν το θάνατο τους από το χέρι, ενώ παρατηρούν τους συνανθρώπους τους που αποφεύγουν με κάθε τρόπο τον προβληματισμό και την περισυλλογή. Εν τω μεταξύ, η ζωή εξελίσσεται γεμάτη είτε από απίθανες είτε από τριμμένες καταστάσεις.

Γεμάτος σύμβολα και αισθήματα ο μεστός λόγος του Κουτσούρη, τόσο γεμάτος από νοήματα, μιλά γλυκά και μελαγχολικά, για την μοναδικότητα της ζωής που φεύγει. Για έναν κόσμο σκληρό που έχει χάσει την ουσία της ύπαρξης, όπου είναι μάταια όλα τα ανθρώπινα και ο θάνατος κάτι που συμβαίνει καθημερινά και που μέχρι να χτυπήσει την πόρτα μας δεν αφορά παρά τους «οικείους», γιατί οι άνθρωποι έχουν χάσει την αίσθηση της συλλογικότητας.

Η παρούσα συλλογή διηγημάτων θα μπορούσε κάλλιστα να διαβαστεί ως μια νουβέλα, μια που κάθε πεζογράφημα συμπεριλαμβάνει κομμάτια, πρόσωπα ή στιγμιότυπα από τα προηγούμενα. Σαν να πρόκειται για τα ψηφιδωτά ενός μωσαϊκού, αυτές οι ιστορίες συναποτελούν τον μικρόκοσμο μιας αινιγματικής ζωής που τολμά να ρίχνει μια ψύχραιμη ματιά στη ανθρώπινη ύπαρξη, που βαδίζει αδυσώπητα προς το θάνατο, χωρίς να έχει ανακαλύψει έναν λόγο που να δικαιολογεί την ύπαρξη. Ίσως και να είναι απλώς ένας τρόπος να κοιτά τη ζωή από την ανάποδη.

Διαβαστε επισης