Πολιτική

Ρίσκο: Γιατί οι τραπεζίτες χάνουν τη μπάλα


Ξεπερασμένες οι δομές των τραπεζών. Αναποτελεσματικά τα τμήματα compliance και internal control

 Στα τυφλά και χωρίς πυξίδα επιμένουν να κινούνται τράπεζες και τραπεζίτες αγνοώντας επιδεικτικά πρακτικές που θα μπορούσαν να διευκολύνουν τη μετάβαση των ιδρυμάτων σε ένα ασφαλέστερο αύριο και να μειώσουν το ρίσκο ευνοώντας την εισροή επενδυτικών κεφαλαίων. Επιμένοντας σε λειτουργικές δομές που οικοδομήθηκαν είτε πριν την κρίση, είτε κατά τη διάρκειά της οι τράπεζες αδυνατούν να τοποθετηθούν σωστά για την επόμενη μέρα στερώντας από την οικονομία ρευστότητα και συντελώντας στη διόγκωση του προβλήματος υποχρηματοδότησης της ανάπτυξης. Η νευρική ανορεξία στην ανάληψη ρίσκου είναι στην πραγματικότητα αποτέλεσμα της στρεβλής λειτουργίας των τμημάτων κανονιστικής συμμόρφωσης και εσωτερικού ελέγχου και της έλλειψης κατάλληλου λογισμικού.

Οι εσωτερικές έριδες, οι μάχες ηγεσίας σε συνδυασμό με την έλλειψη φρέσκου και καταρτισμένου προσωπικού και πληροφοριακών συστημάτων διαμορφώνουν εικόνα σήψης και αποσύνθεσης του τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα. 

Η κατάσταση δεν είναι πολύ διαφορετική στην Ευρώπη όπου η διατραπεζική αγορά παραμένει φοβισμένη και οι παίχτες αρνητικοί στην ανάληψη παραγωγικού –δηλαδή ενεργού για την οικονομία ρίσκου.

Σε αυτό το περιβάλλον οι κινήσεις του Μάριο Ντράγκι και τα όπλα της ΕΚΤ, όσο αντισυμβατικά και να είναι, είναι καταδικασμένα να πέσουν στο κενό, καθώς οι τραπεζίτες παραμένουν φοβισμένοι μετά τις διαδοχικές κρίσεις, ενώ η συντηρητική πολιτική λιτότητας που έχει επικρατήσει ευνοεί την απομόχλευση και τη συγκέντρωση κεφαλαίων σε υπερασφαλείς τοποθετήσεις.

Ο φαύλος κύκλος της ασφάλειας και της υποαπόδοσης των κεφαλαίων που προκαλεί παρατεταμένη αποθέρμανση της ευρωπαϊκής οικονομίας μπορεί να σπάσει με τα κατάλληλα συστημικά εργαλεία.

Οι τραπεζίτες καλούνται τώρα να λάβουν γενναίες αποφάσεις που θα οδηγήσουν σε εκ βάθρων αναδιάρθρωση των ιδρυμάτων τους με γνώμονα την καλύτερη αποτίμηση του συστημικού, επιχειρησιακού και εγγενούς ρίσκου.

Αν και οι διοικήσεις των τραπεζών τρομάζουν από το τεράστιο κόστος που έχουν επωμιστεί τα τελευταία χρόνια στο πλαίσιο της συμμόρφωσης με το εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο, εν τούτοις είναι η χρήση αυτής ακριβώς της τεχνογνωσίας που μπορεί να οδηγήσει άμεσα στην ανάληψη περισσότερου αλλά πιο ορθολογικά κατανεμημένου και επιχειρησιακά αποδοτικού ρίσκου.

Μέχρι τώρα τα τμήματα κανονιστικής συμμόρφωσης και εσωτερικού ελέγχου διογκώθηκαν προκαλώντας ουσιαστική δυσλειτουργία στους οργανισμούς και οδηγώντας σε δραστική απομόχλευση και εγγενείς κρίσεις. Αυτό όμως οφείλεται στην αυτονομία και τη στρεβλή στελέχωσή τους.

Σύμφωνα με εκθέσεις της McKinsey το νέο Best Practice συνεπάγεται συγχώνευση της κανονιστικής συμμόρφωσης με τον εσωτερικό έλεγχο υπό την εποπτεία του Risk Officer της τράπεζας. Αυτό πρακτικά συνεπάγεται αναστελέχωση των τμημάτων με προσθήκες στελεχών από το παραγωγικό σκέλος των τραπεζών και με άλλα από τα τμήματα ρίσκου.

Παράλληλα απαιτείται η υιοθέτηση κατάλληλου λογισμικού αποτίμησης του πραγματικού εποπτικού και κανονιστικού ρίσκου ώστε να υπάρχει διαρκής και σε βάθος παρακολούθηση του αναλαμβανόμενου κινδύνου καθώς και δυνατότητα διασποράς και αποτελεσματικής διαχείρισής του.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο οι τραπεζίτες θα μπορούν να διοχετεύσουν ξανά κεφάλαια στην οικονομία αναλαμβάνοντας σωστά αποτιμημένο ρίσκο και διαθέτοντας επαρκές προσωπικό και διαδικασίες για την αποτίμηση και την παρακολούθησή του. Παράλληλα θα απαιτούνται λιγότερα εποπτικά κεφάλαια και θα δίδεται η δυνατότητα διεύρυνσης των δραστηριοτήτων χωρίς επιπλέον επενδύσεις, περιορίζοντας το κόστος κεφαλαίου και λειτουργίας.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις