Οικονομία

Προεκλογική «εκεχειρία» από τους δανειστές


Ασκήσεις πολιτικής ισορροπίας θα κάνει τελικά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην τρίτη της έκθεση μεταμνημονιακής επιτήρησης της Ελλάδας, που αναμένεται να εγκριθεί σήμερα στις Βρυξέλλες, καθώς η χώρα μας έχει μπει σε προεκλογική περίοδο και πρέπει να γίνει σεβαστός ο άγραφος κανόνας της «μη παρέμβασης» από τις ευρωπαϊκές αρχές στο εσωτερικό πολιτικό παιχνίδι.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η Επιτροπή έχει προχωρήσει σε υπολογισμούς που «καίνε» την Αθήνα, καθώς εκτιμά ότι θα υπάρξει μεγάλη απόκλιση από το δημοσιονομικό στόχο φέτος, αλλά και το 2020, λόγω της επίπτωσης του «πακέτου» παροχών και ελαφρύνσεων που τέθηκε σε ισχύ πριν τις ευρωεκλογές.

Ειδικότερα, έχει υπολογισθεί ότι φέτος το πλεόνασμα θα κινηθεί περίπου 1% χαμηλότερα από το στόχο για 3,5% του ΑΕΠ (απόκλιση σχεδόν 1,9 δισ. ευρώ). Το 2020, η πρόβλεψη είναι ακόμη χειρότερη, καθώς εκτιμάται ότι η επίπτωση των φετινών μέτρων, που έχουν μόνιμο χαρακτήρα, σε συνδυασμό και με όσα έχουν προαναγγελθεί για τον επόμενο χρόνο θα φέρουν απόκλιση 1,5% του ΑΕΠ από το στόχο. Συνολικά, η «τρύπα» που ανοίγει για τη διετία έχει υπολογισθεί κατά προσέγγιση σε 2,5 μονάδες του ΑΕΠ, δηλαδή σχεδόν σε 4,7 δισ. ευρώ.

Όμως, αυτοί οι προκαταρκτικοί υπολογισμοί, που αν εντάσσονταν στην έκθεση της Κομισιόν θα δημιουργούσαν πολύ ισχυρές πολιτικές εντυπώσεις και θα επηρέαζαν τη στάση των αγορών έναντι της Ελλάδας, τελικά κρίθηκε σκόπιμο να μην ενσωματωθούν στο κείμενο της έκθεσης, αλλά αυτό να περιορισθεί σε πιο γενικές εκτιμήσεις, παραπέμποντας τη συζήτηση με τις ελληνικές αρχές τον Σεπτέμβριο, αφού πλέον θα έχει σχηματισθεί νέα κυβέρνηση, αλλά και ενόψει της κατάρτισης του προϋπολογισμού για το 2020.

«Προσοχή, κίνδυνος»

Έτσι, η Κομισιόν αναμένεται να επισημάνει ότι τα μέτρα του Μαΐου θέτουν σε κίνδυνο την επίτευξη του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα το 2019 και τα επόμενα χρόνια, σημειώνοντας ότι οι υπολογισμοί των πιθανών αποκλίσεων θα γίνουν στο πλαίσιο της τέταρτης έκθεσης μεταμνημονιακής εποπτείας, το φθινόπωρο.

Η Κομισιόν θα επιμείνει στη σταθερή άποψή της ότι μέτρα, όπως η 13η σύνταξη και η μείωση των συντελεστών ΦΠΑ δεν συμβάλλουν στην υιοθέτηση μιας δημοσιονομικής πολιτικής περισσότερο φιλικής προς την ανάπτυξη και στη στοχευμένη ενίσχυση των ομάδων του πληθυσμού που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο φτώχειας.

Σχετικά με την πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης για μείωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα των επόμενων ετών και κάλυψη αυτών των αποκλίσεων από τα αποθέματα ρευστότητας που διαθέτει το Δημόσιο (το σχέδιο προβλέπει δέσμευση σε ειδικό λογαριασμό 5,5 δισ. ευρώ, ως εγγύηση για την πληρωμή των τόκων του χρέους), η Κομισιόν αποφεύγει να πάρει θέση, δηλώνοντας ότι αυτό θα πρέπει να εξετασθεί από τους υπουργούς Οικονομικών, στο πλαίσιο μιας νέας ανάλυσης για τη βιωσιμότητα του χρέους.

Δεδομένου ότι, σε αυτή την φάση, είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί πολιτική υποστήριξη από το Eurogroup σε μια νέα ελάφρυνση του χρέους, η οποία είναι απολύτως απαραίτητη σε περίπτωση υιοθέτησης πιο «ήπιων» δημοσιονομικών στόχων, η κυβέρνηση που θα επιχειρούσε να διαπραγματευθεί το φθινόπωρο οποιαδήποτε αλλαγή στο στόχο για το πλεόνασμα πιθανότατα θα έπεφτε σε… τείχος άρνησης.

Υπερβολικές προσλήψεις

Η έκθεση της Κομισιόν αναμένεται να παραθέσει αρκετά εξαντλητικά όλες τις καθυστερήσεις που παρατηρούνται στην υλοποίηση συμφωνημένων μεταρρυθμίσεων, σε μεγάλα ή μικρότερα θέματα, ενώ έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον τρεις παρατηρήσεις:

  1. Για το μέγεθος του δημόσιου τομέα, αναμένεται μια σαφής προειδοποίηση ότι η κατάσταση αρχίζει να ξεφεύγει, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις προσλήψεις προσωπικού προσωρινής απασχόλησης. Η Κομισιόν θα καλέσει την κυβέρνηση να μειώσει τουλάχιστον κατά 1.500 άτομα εντός του 2019 το προσωπικό προσωρινής απασχόλησης, ώστε να συμμορφωθεί με τους στόχους που έχουν τεθεί για τον αριθμό των υπαλλήλων και τη μισθολογική δαπάνη.
  2. Στα θέματα του χρηματοπιστωτικού τομέα, η Κομισιόν αναμένεται να εκφράσει με αρκετά σαφή τρόπο τη δυσαρέσκειά της για τον αργό ρυθμό μείωσης των «κόκκινων» δανείων, τη σοβαρή κάμψη που παρατηρείται φέτος στους πλειστηριασμούς και τις δυσκολίες που έχουν εμφανισθεί στην εφαρμογή του νέου πλαισίου για την προστασία της πρώτης κατοικίας.
  3. Σε ό,τι αφορά την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, η Επιτροπή αναμένεται να επαναλάβει ότι κινείται με πολύ αργούς ρυθμούς, με αποτέλεσμα το συνολικό ύψος των καθυστερούμενων οφειλών να παραμένει ουσιαστικά σταθερό στο επίπεδο που βρισκόταν στα τέλη του 2018.