Με Άποψη

Πώς τα κατάφερε ο ακροδεξιός Μπολσονάρο στη Βραζιλία;


Η νίκη του ακροδεξιού Μπολσονάρο στις προεδρικές εκλογές στη Βραζιλία, με ποσοστό 56%, αποτελεί μια πολύ αρνητική εξέλιξη. Οι πολίτες βίωσαν μια από τις πιο πολωτικές και διχαστικές εκλογικές εκστρατείες από την πτώση της χούντας το 1985, με βασικά ζητήματα της προεκλογικής ατζέντας την ασφάλεια, την εγκληματικότητα και τη διαφθορά στον πολιτικό βίο της χώρας.

* Του Δημήτρη Ραπίδη

Ο Μπολσονάρο εφάρμοσε με επιτυχία τη στρατηγική που ανέπτυξαν άλλοι ακροδεξιοί και λαϊκιστές ηγέτες στην ΕΕ, όπως ο Σαλβίνι με τη Λέγκα του Βορρά στις φετινές εκλογές στην Ιταλία, ή η Λεπέν στις περσινές προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, υιοθετώντας επίσης και επικοινωνιακά «εργαλεία» που αξιοποίησε η ομάδα Τραμπ στις εκλογές του 2016. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι οι παραπάνω πολιτικοί ήταν οι πρώτοι που έσπευσαν άμεσα να τον συγχαρούν για την εκλογική του νίκη, λίγο μετά την ανακοίνωση των exit polls.

Ποια είναι αυτή η στρατηγική και τα «εργαλεία» που χρησιμοποίησε ο Μπολσονάρο; Πρώτον, η ευρύτατη αξιοποίηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και του WhatsApp για την επικοινωνία με τους ψηφοφόρους και την προώθηση της καμπάνιας, καθώς και η δημιουργία μιας μεγάλης αλυσίδας ιστοσελίδων που είχαν ως αποκλειστικό στόχο να πλήξουν τον βασικό πολιτικό του αντίπαλο, τον κεντροαριστερό Χαντάντ και το Κόμμα των Εργαζομένων, αναπαράγοντας πρωτίστως ψευδείς ειδήσεις (fake news). Δεύτερον, οι συνεχείς αναφορές στα κρούσματα βίας και εγκληματικότητας στη χώρα, και στα ζητήματα ασφάλειας που αυτά έθεταν για τους πολίτες. Τρίτον, στην ενοχοποίηση του συνόλου του πολιτικού συστήματος της τελευταίας εικοσαετίας και των μεγαλύτερων κομμάτων στη χώρα, με έμφαση κυρίως στο ζήτημα της διαφθοράς και στην ανικανότητα των αριστερών και κεντροαριστερών πολιτικών να επαναφέρουν την κανονικότητα στην οικονομική ζωή της χώρας.

Στους τρεις παραπάνω άξονες θα πρέπει να προσθέσουμε και το ρόλο των Ευαγγελιστών στη στήριξη του Μπολσονάρο, τη διαγενεακή σύγκρουση και τις μνήμες της δικτατορίας, την παρατεταμένη κρίση στο πολιτικό σύστημα της χώρας, αλλά και τη διαρκή επίκληση στο συναίσθημα μέσα από τη ρητορική του μίσους.

Το εκλογικό σώμα φαίνεται να ήταν έτοιμο για μια πιο συντηρητική «στροφή» από ότι στο παρελθόν, τάση που συμπίπτει με την ταχεία ανάπτυξη των ευαγγελικών δογμάτων στη Βραζιλία, με το 26% των εκλογέων να ασπάζεται το δόγμα των Πεντηκοστιανών. Ο Ευαγγελισμός, όπως αποδείχθηκε και στις ΗΠΑ με τον Τραμπ, συνδέεται με τον ακραίο πολιτικό συντηρητισμό, με την εξάπλωσή του στη Λατινική Αμερική τις τελευταίες δεκαετίες να έχει αυξηθεί σημαντικά και να έχει αποτυπωθεί στην εκλογική στήριξη δεξιών λαϊκιστών σε πολλά κράτη. Η συντηρητικοποίηση μεγάλων τμημάτων του εκλογικού σώματος αφορά και στην αντιμετώπιση ζητημάτων εθνότητας, φύλου και σεξουαλικότητας, με ένα μεγάλο μέρος των Βραζιλιάνων πολιτών να δηλώνει προβληματισμένο για τον τρόπο και την ένταση με την οποία τα ζητήματα αυτά έχουν εισέλθει στον καθημερινό διάλογο και στην πολιτική κουλτούρα της κοινωνίας. Ο Μπολσονάρο, με το σύνθημα «Ο Θεός πάνω από όλα», έρχεται σε αυτό ακριβώς το σημείο, τονίζοντας πως θέλει να επαναφέρει στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής τις θεμελιώδεις αξίες της οικογένειας και των χριστιανικών ηθών, που εκτραχύνθηκαν τα τελευταία χρόνια, μαζί με την απαξίωση της πολιτικής ζωής.

Αναφορικά με τη διαγενεακή σύγκρουση, ένα σημαντικό ποσοστό των νεότερων ηλικιακά ομάδων που στήριξε τον Μπολσονάρο δεν έχει μνήμες από τη στρατιωτική χούντα, ούτε αντιλαμβάνεται πρακτικά τι σημαίνει η στέρηση ελευθεριών, η φίμωση του Τύπου, η παραβίαση των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Επίσης, όπως αναδεικνύουν πολλές έρευνες, σημαντικό επίσης τμήμα του εκλογικού σώματος που τον στήριξε εκτιμά ότι πολλά για τα οποία κατηγορείται ο Μπολσονάρο, όπως ότι είναι σεξιστής, θιασώτης της χούντας και ρατσιστής, είναι «υπερβολές» των ΜΜΕ. Οι εκτιμήσεις αυτές συμπίπτουν και με αντίστοιχες έρευνες που αφορούν στην αξιοπιστία των ΜΜΕ, για τα οποία τα αποτελέσματα είναι απογοητευτικά.

Η παρατεταμένη κρίση στο πολιτικό σύστημα της χώρας είναι, επίσης, ένας σημαντικός παράγοντας για τη στήριξη προς τον Μπολσονάρο, ο οποίος επί της ουσίας «έχτισε» ένα πολιτικό κίνημα από το μηδέν.

Αντίθετα, παρά τη μεγάλη κινητοποίηση του Κόμματος των Εργαζομένων και την πλατιά στήριξη των κατώτερων εισοδηματικών στρωμάτων προς τον Φερνάντο Χαντάντ, οι κεντροαριστερές και αριστερές δυνάμεις δεν κατάφεραν να αντιπαρατεθούν σε επίπεδο πολιτικής ατζέντας και προτάσεων, αλλά παρασύρθηκαν από τις συνθήκες πόλωσης και την επιθετική, μηδενιστική ρητορική του Μπολσονάρο απέναντί τους. Επί της ουσίας, το πολιτικό «στρατόπεδο» του Μπολσονάρο, αξιοποιώντας και τη διαρκή επίκληση στο συναίσθημα ως βασικό στοιχείο ρητορικής στο δημόσιο λόγο, κατάφερε να απομακρύνει την πολιτική αντιπαράθεση από εκεί που χωλαίνει: τις πολιτικές και ιδεολογικές αναφορές και, κυρίως, το οικονομικό πρόγραμμα και τις πρωτοβουλίες για την ενδυνάμωση της οικονομίας.

Μένει να δούμε πώς θα κινηθεί ο νέος πρόεδρος της Βραζιλίας στις πρώτες 100 μέρες της διακυβέρνησής του, που ξεκινά τον Ιανουάριο του 2019. Το ζήτημα ωστόσο παραμένει και αφορά στην στρατηγική που θα αναπτύξουν το επόμενο διάστημα οι προοδευτικές δυνάμεις στη Λατινική Αμερική, στις ΗΠΑ και στην ΕΕ προκειμένου να αποκτήσουν πλειοψηφική δυναμική στις τοπικές κοινωνίες και να προωθήσουν μια δημοκρατική, κοινωνικά βιώσιμη, πολιτική και αναπτυξιακή ατζέντα.

* Αναδημοσίευση από τον ιστότοπο του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών (www.enainstitute.org) - Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός επιστήμονας και συντονιστής του Ευρωπαϊκού Προοδευτικού Φόρουμ. 

Διαβάστε επίσης