Πολιτική

Οι τράπεζες γίνονται το νέο πεδίο της πολιτικής σύγκρουσης


Οι τράπεζες επανέρχονται στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, καθώς κυβέρνηση και αντιπολίτευση διαμορφώνουν σταδιακά τα αφηγήματά τους ενόψει των επικείμενων εκλογών. Αν και το θέμα του αναβαλλόμενου φόρου αναδείχθηκε κυρίως μετά την πρόσφατη παρέμβαση του Αλέξη Τσίπρα, η συζήτηση είχε ανοίξει αρκετές εβδομάδες νωρίτερα, από το ΠΑΣΟΚ.

Στα τέλη Απριλίου, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατέθεσε τρεις τροπολογίες σε κυβερνητικό νομοσχέδιο, προτείνοντας την επιτάχυνση της απόσβεσης των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων των συστημικών τραπεζών, την επιβολή έκτακτης εισφοράς επί των καθαρών κερδών τους για τα έτη 2025 και 2026, καθώς και παρεμβάσεις για τον περιορισμό των τραπεζικών προμηθειών.

Κλιμάκωση από Τσίπρα 

Η αντιπαράθεση κλιμακώθηκε όταν ο Αλ. Τσίπρας κατηγόρησε τις τράπεζες ότι δεν πληρώνουν φόρους, παρά το γεγονός ότι μοίρασαν φέτος 2,8 δισ. ευρώ κέρδη στους μετόχους τους. Πρότεινε, μάλιστα, είτε την ολοκλήρωση της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου έως το 2028, αντί του σημερινού χρονοδιαγράμματος που εκτείνεται έως το 2035, είτε την επιβολή έκτακτης εισφοράς στα κέρδη τους, ώστε να υπάρξει, όπως ανέφερε, ουσιαστική συνεισφορά του τραπεζικού κλάδου.

Η παρέμβαση αυτή προκάλεσε άμεση αντίδραση από την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία προειδοποίησε ότι μια τόσο σημαντική επιτάχυνση της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου θα είχε σοβαρές συνέπειες για τους ισολογισμούς των τραπεζών. Σύμφωνα με την κεντρική τράπεζα, θα οδηγούσε σε μείωση των λογιστικών ιδίων κεφαλαίων και σε σημαντικά εποπτικά κεφαλαιακά ελλείμματα, με πιθανές επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, στην προστασία των καταθέσεων και στη δυνατότητα χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας.

Πυρά από Μητσοτάκη 

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος, κατά τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, άσκησε δριμεία κριτική στον Αλέξη Τσίπρα. Υπενθύμισε ότι η περίοδος διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ συνδέθηκε με το κλείσιμο των τραπεζών και την ανάγκη νέας ανακεφαλαιοποίησής τους, υποστηρίζοντας ότι οι σημερινές προτάσεις της αντιπολίτευσης θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην επανάληψη λαθών με βαρύ κόστος για την οικονομία.

Είναι προφανές ότι η πολιτική σύγκρουση γύρω από τις τράπεζες δεν θα αναδείξει κάποιον ξεκάθαρο νικητή. Ωστόσο, το γεγονός ότι ο τραπεζικός τομέας μετατρέπεται ξανά σε πεδίο προεκλογικής αντιπαράθεσης δημιουργεί ένα κλίμα αβεβαιότητας, σε μια περίοδο κατά την οποία οι τράπεζες επιδιώκουν να διατηρήσουν την εικόνα σταθερότητας.

Δ.Κ.