Οικονομία

Πόλεμος στο Eurogroup για «κούρεμα» χρέους, εγγύηση καταθέσεων


Σκληρή αντιπαράθεση Γερμανίας - Ιταλίας για το «λογαριασμό» σταθεροποίησης της ευρωζώνης

Σε νέα φάση υψηλής πολιτικής έντασης, που δεν συγκαλύπτεται πλέον από τη διπλωματία των υπουργών Οικονομικών, έχει εισέλθει η ευρωζώνη, καθώς η Γερμανία και η Ιταλία συγκρούονται σκληρά για το μηχανισμό «κουρέματος» κρατικού χρέους, που θα καθιερωθεί στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), αλλά και για την ευρωπαϊκή εγγύηση των καταθέσεων, που μόλις τώρα αρχίζει να συζητείται επίσημα, αφού προσέκρουε στο σταθερό βέτο των Γερμανών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, όπως προκύπτει από τη συνέντευξη που παραχώρησαν νωρίτερα ο πρόεδρος του Eurogroup Μαριο Σεντένο, ο Ευρωπαίος επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων, Πάολο Τζεντιλόνι, και ο επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλιγκ, το χρονοδιάγραμμα για τη μεταρρύθμιση του ESM έχει και επίσημα εκτροχιασθεί, αφού δεν υπήρξε χθες, στη συνεδρίαση που  κράτησε ως αργά το βράδυ, ένα τελικό κείμενο συμφωνίας για να συζητηθεί, την επόμενη Παρασκευή, στο Συμβούλιο Κορυφής, όπως αρχικά προγραμματιζόταν. Όπως ανέφερε ο Μάριο Σεντένο, υπήρξε μια συμφωνία επί της αρχής, αλλά για να ολοκληρωθεί θα χρειασθούν και άλλες διαπραγματεύσεις.

Ο κοινός παρονομαστής των ερωτημάτων που τίθενται σε αυτές τις διαπραγματεύσεις για τη μεταρρύθμιση της αρχιτεκτονικής της ευρωζώνης, ώστε να προσαρμοσθεί στα διδάγματα που αντλήθηκαν στην περίοδο της μεγάλης, κρύβεται κάτω από σύνθετη τεχνική και νομική ορολογία, αλλά είναι απλός: ποιος θα πληρώσει για τη σταθερότητα του κοινού νομίσματος στο μέλλον;

Ο... λογαριασμός θα βγει σε κάθε χώρα, ανάλογα με το πώς θα (ανα)σχεδιασθεί ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας και αν θα γίνει δεκτή η καθιέρωση μιας ευρωπαϊκής εγγύησης καταθέσεων, ώστε να μη χάνεται η εμπιστοσύνη των καταθετών στις τράπεζες χωρών με δημοσιονομικές αδυναμίες, όπως συνέβη στη διάρκεια της κρίσης κυρίως στην Ελλάδα:

  • Για το θέμα του ESM, του κοινού ταμείου που εγγυάται ότι δεν θα καταρρεύσουν στο μέλλον χώρες της ευρωζώνης από μια δημοσιονομική κρίση, η Γερμανία έχει δεχθεί να συζητήσει μια διεύρυνση των δυνατοτήτων παρέμβασής του, μεταξύ άλλων με την παροχή χρηματοδότησης στο ειδικό ταμείο εκκαθάρισης προβληματικών τραπεζών, αλλά και με την καθιέρωση της δυνατότητας να παρεμβαίνει ο ESM για να διευκολύνει διαπραγματεύσεις χωρών με τους πιστωτές του ιδιωτικού τομέα. Όμως, η Γερμανία θέλει, σε αντιστάθμισμα αυτών των υποχωρήσεών της, να καθιερωθούν υποχρεωτικά για τα ομόλογα της ευρωζώνης οι ρήτρες συλλογικής δράσης (GACS), που χρησιμοποιήθηκαν πρώτη φορά για το «κούρεμα» των πιστωτών της Ελλάδας, με το PSI του 2012. Έτσι, θα διασφαλίζεται ότι τα χρέη θα «κουρεύονται», χωρίς να μπλοκάρονται οι αναδιαρθρώσεις από «απείθαρχους» πιστωτές. Η Ιταλία και άλλες χώρες πίσω της που έχουν υψηλό χρέος αντιδρούν με σφοδρότητα σε αυτή την πρόταση και προσπαθούν να την «νερώσουν», καθώς φοβούνται ότι θα μειώσει τις επενδύσεις στα ομόλογά τους και θα αυξήσει το κόστος δανεισμού.
  • Σε ό,τι αφορά την εγγύηση καταθέσεων, η μόνη πρόοδος που έγινε χθες στο Eurogroup ήταν, όπως ανέφερε ο Πάολο Τζεντιλόνι, ότι το θέμα συζητήθηκε για πρώτη φορά σε επίσημη συνεδρίαση των υπουργών Οικονομικών. Ως τώρα, η Γερμανία είχε αρνηθεί να τεθεί σε επίσημη συζήτηση το θέμα, αλλά πρόσφατα έκανε ένα βήμα πίσω, με non paper που υπέβαλε ο υπουργός Οικονομικών, Όλαφ Σολτς, και δέχθηκε να γίνει συζήτηση, αλλά με όρους και προϋποθέσεις που έχουν προκαλέσει την έντονη αντίδραση των Ιταλών, με τον Τζεντιλόνι να επιβεβαιώνει σήμερα ότι οι γερμανικές θέσεις κρίνονται απαράδεκτες από ορισμένες χώρες και ότι η Ρώμη έχει υποβάλει δικό της non paper, που αντικρούει τις γερμανικές προτάσεις. Το πρόβλημα σε αυτή την περίπτωση είναι ότι οι Γερμανοί θέλουν να διασφαλίσουν ότι δεν θα κληθούν να πληρώσουν για την εγγύηση καταθέσεων ιταλικών τραπεζών, οι οποίες μπορεί να έχουν περιέλθει σε αδυναμία, λόγω της μεγάλης έκθεσής τους σε ιταλικά κρατικά ομόλογα. Ζητούν, έτσι, να σταθμίζονται ανάλογα με το ρίσκο οι τοποθετήσεις των τραπεζών και στα κρατικά ομόλογα, κάτι που θα περιόριζε τη δυνατότητα των ιταλικών τραπεζών να τα αγοράζουν και να χρηματοδοτούν το κράτος, λόγω της χαμηλής πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ιταλίας. Οι Ιταλοί πιστεύουν ότι η Γερμανία επιχειρεί να μετατρέψει το θετικό μέτρο της εγγύησης καταθέσεων σε «δηλητηριώδες χάπι» για τις χώρες με μεγάλο χρέος, αφού ό,τι κερδίζουν από την ενισχυμένη χρηματοπιστωτικά σταθερότητα μπορεί να το χάνουν σε δημοσιονομικό επίπεδο, επειδή θα περιορίζονται οι τραπεζικές τοποθετήσεις κεφαλαίων σε κρατικά ομόλογα.

Αργότερα οι αποφάσεις...

Με αυτά τα δεδομένα, η αντιπαράθεση Γερμανίας – Ιταλίας, με την Γαλλία να κλίνει προς την ιταλική πλευρά, χωρίς όμως να τοποθετείται δημόσια με έντονο τρόπο για ευνόητους λόγους, θα συνεχισθεί τον επόμενο χρόνο. Όπως αναγνώρισε ο Μ. Σεντένο, αναφερόμενος στη μεταρρύθμιση του ESM, «στη χθεσινή συζήτηση διαμορφώθηκε μια καλή ισορροπία στην διαπραγμάτευση που είναι θετική για όλα τα κράτη μέλη», αλλά το θέμα πρέπει να συζητηθεί και πάλι από τον Ιανουάριο μέχρι να υπάρξει μια κοινά αποδεκτή συμφωνία. Η τεχνική επεξεργασία της συμφωνίας δεν θα είναι απλή υπόθεση, αφού, όπως δήλωσε ο Κλάους Ρέγκλινγκ, θα πρέπει να την εξετάσουν όχι μόνο οι ειδικοί στα νομικά θέματα, αλλά και τα γραφεία διαχείρισης δημοσίου χρέους όλων των χωρών.

Για το θέμα των καταθέσεων, ο Ιταλός, νέος επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων, Π. Τζεντιλόνι, επιβεβαίωσε τις διαφωνίες που θα καθυστερήσουν και άλλο τη διαπραγμάτευση, σημειώνοντας ότι για τη χώρα που γνωρίζει καλύτερα, δηλαδή την Ιταλία, είναι σε θέση να πει οτι έχει καταθέσει τις δικές της προτάσεις για το θέμα της εγγύησης καταθέσεων. «Δεν έχουμε φτάσει ακόμη σε οδικό χάρτη για την ολοκλήρωση της συζήτησης, θα χρειαστεί χρόνος αλλά θα φτάσουμε σε ένα ρεαλιστικό χρονοδιάγραμμα», είπε ο κ. Τζεντιλόνι, καθώς όλοι φοβούνται ότι αυτές οι διαπραγματεύσεις θα «σέρνονται» για πολύ καιρό ακόμη, ιδιαίτερα μετά και τις τελευταίες εξελίξεις στην Γερμανία, όπου ο υπ. Οικονομικών, Ο. Σόλτς, έχασε την ηγεσία του SPD και έχει αποδυναμωθεί πολιτικά, όπως και η κυβέρνηση συνασπισμού, που δεν αποκλείεται πλέον να οδηγηθεί σε διάλυση.