Τράπεζες

Πόλεμος για bad bank: ΤτΕ και ΕΚΤ κόντρα σε κυβέρνηση - τραπεζίτες


Γιατί οι τράπεζες φοβούνται το σχέδιο Στουρνάρα για τη διαχείριση «κόκκινων» δανείων έως 45 δισ. από bad bank

Σε νέα φάση οδηγείται ο παρασκηνιακός «πόλεμος» για την ίδρυση bad bank στην Ελλάδα, καθώς το σχέδιο της Τράπεζας της Ελλάδος έχει ολοκληρωθεί, η κυβέρνηση έχει λάβει σχετική ενημέρωση και ο Γιάννης Στουρνάρας αρχίζει επαφές με τα κορυφαία διοικητικά στελέχη των συστημικών τραπεζών για να «πουλήσει» το σχέδιό του, έχοντας όμως να αντιμετωπίσει ισχυρές αντιστάσεις όχι μόνο από τις τράπεζες, αλλά και από την κυβέρνηση.

Η Τράπεζα της Ελλάδος φαίνεται ότι έχει ισχυρή υποστήριξη από τη διοίκηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό, που, όπως φάνηκε και από την τελευταία έκθεση εποπτείας των ευρωπαϊκών θεσμών ανησυχούν για το πολύ υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων, θεωρώντας ότι δεν αρκεί το σχέδιο «Ηρακλής» για να τα μειώσει αποτελεσματικά, αλλά και για τη χαμηλή ποιότητα κεφαλαίων των τραπεζών, όπου έχουν πολύ υψηλή και διαρκώς ενισχυόμενη συμμετοχή οι αναβαλλόμενοι φόροι.

Η Κριστίν Λαγκάρντ, στις αρχές της εβδομάδας, όταν ρωτήθηκε σχετικά κατά την ακρόασή της στην οικονομική επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τόνισε ότι έχουν προχωρήσει οι συζητήσεις μεταξύ ΕΚΤ και Κομισιόν για το θέμα της bad bank και παρέπεμψε για λεπτομέρειες σχετικά με το συζητούμενο σχέδιο στον Γ. Στουρνάρα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η ΕΚΤ το υιοθετεί. Υποστηρικτής των εθνικών «κακών τραπεζών» είναι και ο Αντρέα Ενρία, επικεφαλής του SSM.

Αντίθετα, η κυβέρνηση αντιμετωπίζει με σαφή δυσπιστία τις προτάσεις της Τρ. Ελλάδος, λαμβάνοντας υπόψη και τις έντονες ενστάσεις των τραπεζών. Όπως προκύπτει από τις τελευταίες δημόσιες σχετικές τοποθετήσεις του αρμόδιου υφυπουργού Οικονομικών, Γιώργου Ζαββού, αλλά και του συμβούλου του πρωθυπουργού, Αλέξη Πατέλη, η κυβέρνηση περιμένει με σχετική «ψυχρότητα» να εξετάσει τις προτάσεις Στουρνάρα, καθώς θεωρεί ότι καταλληλότερο μέσο για να μειωθούν γρήγορα τα «κόκκινα» δάνεια είναι το σχήμα κρατικών εγγυήσεων σε τιτλοποιήσης, γνωστό ως σχέδιο «Ηρακλής», ενώ ήδη γίνεται λόγος για ένα σχέδιο «Ηρακλής 2», δηλαδή ουσιαστική για την επέκταση και παράταση του σχήματος, ώστε να προστεθούν ακόμη περισσότερο «κόκκινα» δάνεια στη διαδικασία της μείωσης μέσω τιτλοποιήσεων.

Το πραγματικό εμπόδιο, όμως, στους σχεδιασμούς για bad bank είναι οι διοικήσεις των συστημικών τραπεζών, που θεωρούν ότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι να αποφευχθεί αυτό το... πικρό ποτήρι, με τα τραπεζικά στελέχη να εκφράζουν σε ιδιωτικές συζητήσεις φόβους ότι το σχέδιο θα οδηγήσει σε αυξήσεις κεφαλαίου ή ακόμη και σε ανακατατάξεις στο τραπεζικό σύστημα, δηλαδή σε μια νέα συγχώνευση συστημικών τραπεζών για να καλυφθούν τα κεφαλαιακά προβλήματα του πλέον αδύναμου κρίκου του συστήματος.

Οι τραπεζίτες φοβούνται ότι η bad bank θα φέρει την αποκρυστάλλωση των ζημιών από τα «κόκκινα» δάνεια, με τρόπο που θα ανοίξει «τρύπες» στην κεφαλαιακή βάση των τραπεζών. Τα προβληματικά δάνεια, που κατά την ΤτΕ θα είναι ύψους 40 - 45 δισ. ευρώ, θα πρέπει να μεταβιβασθούν στην bad bank με βάση την τρέχουσα εκτιμώμενη αξία τους, που θα είναι πολύ χαμηλότερη από αυτή που καταγράφεται στα βιβλία των τραπεζών. Έτσι, θα γίνει ο «λογαριασμός» των ζημιών σε μία κίνηση. Αντίθετα, με το σχέδιο «Ηρακλής», οι τράπεζες υφίστανται μεν ζημιές από τις τιτλοποιήσεις, αλλά αυτές περιορίζονται, στο βαθμό που το Δημόσιο παρέχει εγγυήσεις στα καλύτερα κομμάτια των τιτλοποιήσεων και αυτά μετατρέπονται σε τίτλους πολύ μεγαλύτερης αξίας, τους οποίους κρατούν οι τράπεζες στα χαρτοφυλάκιά τους.

Η Τράπεζα της Ελλάδος δίνει δύο απαντήσεις σε αυτές τις αιτιάσεις. Αφενός, το σχέδιο για την bad bank δεν είναι υποχρεωτικό να εφαρμοσθεί από όλες τις τράπεζες, αλλά οι διοικήσεις θα έχουν τον τελευταίο λόγο για το αν και με πόσα δάνεια θα συμμετάσχουν. Αφετέρου, η ΤτΕ υποστηρίζει ότι υπάρχει τρόπος, που μπορεί να γίνει δεκτός και από την Κομισιόν, για να μην επιβαρυνθούν αμέσως οι τράπεζες από τις ζημιές. Αντίθετα, προτείνει να αναγνωρίζονται σταδιακά και σε βάθος χρόνου οι ζημιές, ώστε να μην προκαλέσουν σοκ στις τράπεζες.

Ακόμη και με αυτές τις προσαρμογές, όμως, οι τραπεζίτες παραμένουν επιφυλακτικοί, καθώς θα είναι αναπόφευκτη, έστω και με καθυστέρηση, η αναγνώριση ζημιών μέσω της μεταβίβασης δανείων στην bad bank. Αυτό δεν μπορεί παρά να ενταχθεί με κάποιο τρόπο στους υπολογισμούς κεφαλαιακών απαιτήσεων που κάνει ο SSM, άρα, έστω και σε βάθος χρόνου, οι τράπεζες θα βρεθούν μπροστά σε νέες ανάγκες κεφαλαίων.

Σε κάθε περίπτωση, κυβέρνηση και τραπεζίτες δεν είναι εύκολο να σταματήσουν το σχέδιο της ΤτΕ, όταν η Ελλάδα παραμένει αρνητικός πρωταγωνιστής στην ευρωζώνη στα «κόκκινα» δάνεια και οι τράπεζες ετοιμάζονται για ένα νέο κύμα «κόκκινων» δανείων λόγω της πανδημίας. Τελικά, «διαιτητής» με αποφασιστικό ρόλο θα είναι η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Κομισιόν.

Όπως έχει τονίσει ο Γ. Ζαββός, το σχέδιο για bad bank θα ενσωματώσει κρατικές ενισχύσεις και δεν μπορεί να εγκριθεί από τις Βρυξέλλες, χωρίς να ενεργοποιηθεί ο κανονισμός για «κούρεμα» πιστωτών και καταθετών. Στον αντίποδα, ο Γιάννης Στουρνάρας υποστηρίζει ότι έχει βρεθεί ο τρόπος για να μην υπάρξει πρόβλημα με τις κρατικές ενισχύσεις, αφού στην κατάληξη της εφαρμογής του σχεδίου όλες οι ζημιές θα μείνουν στις τράπεζες και όχι στους φορολογούμενους, ενώ οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις θα ενεργοποιούνται σταδιακά, όταν οι τράπεζες εμφανίζουν ζημιές.

Στους κύκλους της ΕΚΤ και της Τράπεζας της Ελλάδος υπάρχει ενισχυμένη αισιοδοξία ότι η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού θα εγκρίνει τελικά το σχέδιο, χωρίς να ζητήσει την ενεργοποίηση του κανονισμού για τα «κουρέματα». Απαραίτητη προϋπόθεση, βέβαια, για να γίνει αυτό είναι να αποδεχθεί το σχέδιο η κυβέρνηση και να το στείλει για επεξεργασία στις Βρυξέλλες. Αυτό θα είναι και το ζητούμενο των πρωτοβουλιών που αναλαμβάνει ο Γιάννης Στουρνάρας.

Τι προβλέπει το σχέδιο

Σύμφωνα με όσα δήλωσε σε πρόσφατη εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών ο Γ. Στουρνάρας, η bad bank θα μπορούσε να έχει υπό τη διαχείρισή της δάνεια 40 - 45 δισ. ευρώ, που θα «περισσέψουν» από την εφαρμογή του σχεδίου «Ηρακλής». Ειδικότερα, ο διοικητής της ΤτΕ ανέφερε ότι:

  • Οι συνθήκες ρευστότητας παραμένουν πολύ θετικές, με σημαντική αύξηση των καταθέσεων. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως (α) στον όγκο των ΜΕΔ: 60 δισεκ. ευρώ με στοιχεία α’ εξαμήνου 2020, (β) στην ποιότητα των κεφαλαίων των τραπεζών λόγω του αυξανόμενου ποσοστού της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTC) στα συνολικά εποπτικά κεφάλαιά τους, (γ) στον κίνδυνο ξαφνικής αύξησης των ΜΕΔ (cliff effect) μετά το τέλος των moratoria, ο οποίος μπορεί να αποφευχθεί εφόσον οι τράπεζες αναλάβουν εγκαίρως τις απαραίτητες προβλέψεις.
  • Η εφαρμογή του σχεδίου Ηρακλής έχει πολύ θετικά αποτελέσματα αλλά: (α) δεν επαρκεί από μόνο του λόγω του όγκου των ΜΕΔ και (β) δεν αντιμετωπίζει αποτελεσματικά το πρόβλημα της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης. Απαιτείται και συμπληρωματική λύση που αντιμετωπίζει ταυτόχρονα και τα δύο προβλήματα.
  • Η Τράπεζα της Ελλάδος και οι σύμβουλοί της (Rothschild, BCG, Deloitte) έχουν προετοιμάσει μία λύση η οποία στηρίζεται σε μία Εταιρεία Διαχείρισης Ενεργητικού (AMC) στην οποία θα μεταφερθούν σε εθελοντική βάση, αρχικά στην λογιστική τους αξία, τα ΜΕΔ που θα περισσέψουν μετά την εφαρμογή του σχεδίου Ηρακλής στις τράπεζες, και αυτά που θα δημιουργηθούν από την πανδημία (περίπου 8-10 δισεκ. ευρώ). Το σύνολο των δύο αυτών κατηγοριών ΜΕΔ εκτιμάται σε 40-45 δισεκ. ευρώ περίπου.
  • Το σχέδιο προβλέπει σταδιακή απορρόφηση των ζημιών των τραπεζών σε ικανό βάθος χρόνου, ενώ η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση θα ενεργοποιείται όταν παρουσιάζονται ζημιές.
  • Επίσης η Εταιρία Διαχείρισης Ενεργητικού θα χρησιμοποιήσει την υποδομή των servicers που έχει ήδη δημιουργηθεί.