Με Άποψη

«Πόλεμος δι’ αντιπροσώπων» στην Ανατολική Μεσόγειο


Με το τέλος του 2019 και την ολοκλήρωση της δεκαετίας «ο πόλεμος δι’ αντιπροσώπων» (proxy war) εξαπλώνεται στην περιοχή που εκτείνεται από την Ουκρανία ως τη Λιβύη και από το Ιράκ ως την Υεμένη.

Του Πέτρου Βαμβακά*

Τριάντα χρόνια μετά το τέλος του απόλυτου πολέμου δι’ αντιπροσώπων, του Ψυχρού Πολέμου, οι σφαίρες επιρροής που είχαν αρχικά σχεδιαστεί στη Διάσκεψη της Γιάλτας και διαμόρφωσαν το διπολικό σύστημα αμφισβητούνται εκ νέου το 2020. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 επέφερε ευφορία αλλά και αβεβαιότητα στην περιοχή, προτού τη διαδεχθεί η αμερικανική υπεροψία, η οποία φλέρταρε με την υποτιθέμενη ηγεμονία του «απαραίτητου έθνους» (indispensible nation). Διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις, από τον Κλίντον ως τον Ομπάμα, έθεσαν προς υλοποίηση ένα νεοσυντηρητικό όραμα, από το Κόσοβο το 1999 ως το Ιράκ το 2003 και το Κάιρο το 2009.

Η αδυναμία των Ηνωμένων Πολιτειών να διατηρήσουν αυτή τη «Σικελική Εκστρατεία» αποσταθεροποίησε την περιοχή που οριοθετείται από μια άτυπη γεωπολιτική γραμμή η οποία εκτείνεται από την Ανατολική Ουκρανία ως το Μπαμπ ελ Μαντέμπ. Η σεισμική αποκαθήλωση των αυταρχικών καθεστώτων της περιοχής, τα οποία δρούσαν ως «στενοί κορσέδες»-σταθεροποιητές, απελευθέρωσε διάφορες εθνοτικές αλλά και υπερεθνικές δυνάμεις, μερικές από τις οποίες ήταν δημοκρατικές και αναζητούσαν στήριξη από τη Δύση.

Παρόλ’ αυτά, η ανικανότητα των ΗΠΑ να υπολογίσουν σωστά τις επιπτώσεις για την επόμενη ημέρα συνέβαλε σημαντικά στην ανάδυση μιας νέας εποχής γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Εν τω μεταξύ στο εσωτερικό η «διστακτική και εσωστρεφής» Αμερική εκτόπισε την Αμερική της «νεοσυντηρητικής παγκόσμιας “απελευθέρωσης” της δημοκρατίας», αναζητώντας τρόπους να περιορίσει την παγκόσμια εμβέλεια και ευθύνη της. Την ίδια ώρα το Ηνωμένο Βασίλειο ολοκληρώνει το μετασχηματισμό του, που διαρκεί κοντά έναν αιώνα, υπαναχωρώντας στο να καταστεί Αγγλία.

Για τη Μεγάλη Βρετανία ήταν μια παρατεταμένη και επίπονη διαδικασία, που άρχισε μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου με τη Συνθήκη της Λωζάνης το 1923. Η ίδρυση της κεμαλικής Τουρκικής Δημοκρατίας αποτέλεσε ήττα των βρετανικών φιλοδοξιών στην περιοχή, ιδιαίτερα αν πρέπει να αναφερθούμε στην Καλλίπολη. Η βρετανική υπαναχώρηση συνεχίστηκε μετά τη Γιάλτα το 1945, με το Δόγμα Τρούμαν το 1947 σε Ελλάδα και Τουρκία και κορυφώθηκε με την Κρίση της Διώρυγας του Σουέζ το 1956. Μάλιστα, μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι η ίδια τροχιά για το Ηνωμένο Βασίλειο συνεχίστηκε σε παγκόσμιο επίπεδο σε ό,τι αφορά την Ινδία, το Ιράν, την Ασία και την Αφρική και κλιμακώθηκε στο Χονγκ Κονγκ το 1999.

Στην αυγή της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα οι υπαναχωρούσες ή ελισσόμενες Ηνωμένες Πολιτείες, ιδίως μετά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι το 2008, προκάλεσαν ένα κενό σε αυτή την ιστορικά ασταθή και γεωπολιτικά σημαντική περιοχή. Όπως επιτάσσουν οι νόμοι της φύσης, οι ανταγωνιστές που αποζητούν το συγκριτικό πλεονέκτημα συμπληρώνουν το κενό που προκύπτει. Παρότι η διαδικασία αποπροσανατολίζει, αφού πρόκειται για βαρυσήμαντη αναδιάταξη, αυτή μοιάζει αναπόφευκτη και προβλέψιμη.

Αυτό που είναι απρόβλεπτο ή δεν εκτιμάται με ακρίβεια είναι ο αριθμός των δρώντων και το φάσμα των υφιστάμενων συμφερόντων. Είναι αρκετά ανόμοιο σε σχέση με τις μετατοπίσεις που ορίστηκαν και προβλέφθηκαν από τους ΜακΚίντερ, Μάχαν και Σπάικμαν τον 19ο και τον 20ό αιώνα. Ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός των τελευταίων δύο αιώνων έχει επικεντρωθεί σε κράτη όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες για τη διατήρηση ή την απόκτηση πλεονεκτήματος σε σχέση με την «περιφέρεια» και το «παγκόσμιο νησί». Το «μεγάλο παιχνίδι» που διαδραματίστηκε διαδοχικά από τον 19ο αιώνα έθεσε τον κυρίαρχο του παγκόσμιου νησιού της Ευρασίας (Ρωσία/ΕΣΣΔ/Ρωσία) απέναντι στην αγγλοαμερικανική ναυτική ισχύ. Σήμερα αυτό το παίγνιο πλέον δεν ισχύει, με την περιοχή που οριοθετείται από την Ουκρανία ως τον Ινδικό Ωκεανό, με επίκεντρο την Ανατολική Μεσόγειο, να συνεχίζει να αποτελεί το υπέρτατο τρόπαιο.

Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, το Ναγκόρνο-Καραμπάχ και η Τσετσενία τη δεκαετία του 1990, οι διευρύνσεις του ΝΑΤΟ και της ΕΕ στις αρχές του 2000 αλλά και οι περιπτώσεις του Ιράκ και του Αφγανιστάν μπορούν να θεωρηθούν «επεισόδια» της ίδιας διαδικασίας. Οι «νικήτριες» Ηνωμένες Πολιτείες εφαρμόζουν το καθολικό όραμά τους περί φιλελεύθερης δημοκρατίας, χωρίς απαραίτητα να υπολογίζουν τον αντίκτυπο της εκτέλεσής του ή το πλήρες κόστος της αποδιοργάνωσης του στάτους κβο, χωρίς κάποια εναλλακτική στρατηγική ή σχέδιο.

Η κρίση στην Ευρωζώνη με την Κύπρο και την Ελλάδα αλλά και η εξέλιξη της εγχώριας ισραηλινής πολιτικής μπορούν επίσης να εξεταστούν στο ίδιο περιφερειακό πλαίσιο, το οποίο περιλαμβάνει την κατάρρευση του αραβικού μοντέλου του έθνους-κράτους από τη Συρία μέχρι την Υεμένη. Σε αυτό το εύθραυστο περιβάλλον η αλληλεπίδραση διαφόρων επιπέδων έχει κατατείνει στην εμπλοκή τοπικών παραγόντων, εκμεταλλευόμενη το ρευστό πλαίσιο από την Ουκρανία μέχρι το Μπαμπ ελ Μαντέμπ μέσω πολέμων δι’ αντιπροσώπων και παραστρατιωτικών ομάδων (surrogate armies). Μόνο στην Ερυθρά Θάλασσα, για παράδειγμα, διαθέτουν παρουσία εννιά μη περιφερειακά κράτη, μεταξύ άλλων τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Τουρκία, η Ρωσία, οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Ιαπωνία, η Γαλλία, το Ισραήλ και το Ιράν.

Στο τέλος του 2019 και στις αρχές του 2020 όλη η περιοχή αναδιατάσσεται, με την αγγλοαμερικανική ειρήνη των τελευταίων 75 ετών να έχει ξεκάθαρα τερματιστεί.

* Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σπουδών του Emmanuel College της Βοστώνης. Το άρθρο γράφτηκε για το Ιντστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών (ΕΝΑ)