Τράπεζες

«Πνίγονται» στο χρήμα οι τράπεζες, γύρισαν 20 δισ. στην ΕΚΤ


Εξαιρετικά άνετες συνθήκες ρευστότητας επικρατούν στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και επιτρέπουν στις τράπεζες να επιστρέφουν χωρίς να... ιδρώνουν τις φθηνές, μακροπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις που είχαν πάρει από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στη διάρκεια της κρίσης της πανδημίας, μέσω του προγράμματος TLTRO III.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι τράπεζες μόνο τον Φεβρουάριο επέστρεψαν στην ΕΚΤ ρευστότητα ύψους 2 δισ. ευρώ, σύμφωνα με στοιχεία από τη λογιστική κατάσταση της Τράπεζας της Ελλάδος που δημοσιεύθηκε σήμερα. Έτσι, το υπόλοιπο των χρηματοδοτήσεων αυτής της κατηγορίας μειώθηκε από τα 33,27 στα 31,27 δισ. ευρώ.

Τον περασμένο Ιούνιο, οι χρηματοδοτήσεις από το TLTRO II ανέρχονταν στα 50,86 δισ. ευρώ και από το φθινόπωρο οι τράπεζες άρχισαν να τα επιστρέφουν με αρκετά γοργούς ρυθμούς, με αποτέλεσμα τον Φεβρουάριο να έχουν ήδη επιστρέψει 19,6 δισ. ευρώ στην ΕΚΤ, στοχεύοντας μέσα στον επόμενο χρόνο να έχουν μηδενίσει αυτή τη χρηματοδότηση.

Ο κύριος λόγος που οι τράπεζες επιστρέφουν τη ρευστότητα που τους χορήγησε η ΕΚΤ είναι άλλαξαν από τον Οκτώβριο οι όροι παροχής των μακροπρόθεσμων δανείων και πλέον δεν προσφέρονται για την άντληση εύκολου κέρδους από πλευράς των τραπεζών:

  • Με το TLTRO III, η ΕΚΤ εξάντλησε τα όρια της γενναιοδωρίας της προς τις τράπεζες, για να διασφαλίσει ότι θα συνεχίζονταν οι ροές δανεισμού στις δύσκολες συνθήκες της πανδημίας. Εφόσον οι τράπεζες δεν μείωναν τα υπόλοιπα των δανείων, η ΕΚΤ τους έδινε τον δανεισμό με επιτόκιο χαμηλότερο από το αρνητικό επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων, δηλαδή με επιτόκιο -1% έναντι επιτοκίου αποδοχής καταθέσεων -0,5%. Αυτό σήμαινε ότι η ΕΚΤ ουσιαστικά πλήρωνε στις τράπεζες μια απόδοση 0,5% με μια απλή άντληση δανεισμού, τον οποίο οι τράπεζες επέστρεφαν ως κατάθεση στην ίδια την ΕΚΤ.
  • Αυτό φυσικά δεν μπορούσε να συνεχισθεί μετά την αλλαγή συνθηκών που έφερε αύξηση των επιτοκίων στην ευρωζώνη από το περασμένο καλοκαίρι. Τον Οκτώβριο, η ΕΚΤ έδωσε «σήμα» στις τράπεζες να αρχίσουν να επιστρέφουν τη ρευστότητα, αφού εξίσωσε το επιτόκιο του TLTRO με το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων, με αποτέλεσμα να μην μπορούν οι τράπεζες να αποκομίζουν εύκολα κέρδη.

Παρά τις ανησυχίες που είχαν αρχικά εκφρασθεί για το ενδεχόμενο να αντιμετωπίσουν οι ελληνικές τράπεζες δυσκολίες στην επιστροφή της φθηνής ρευστότητας, αυτές ακολουθούν ρυθμούς επιστροφής εξίσου γρήγορους, αν όχι ταχύτερους από τις άλλες τράπεζες της ευρωζώνης. Οι ελληνικές τράπεζες, όπως αναφέρουν στελέχη τους, όχι μόνο δεν έχουν δυσκολίες σε σχέση με τη ρευστότητά τους, αλλά βρίσκονται σε μια συγκυρία όπου οι καταθέσεις παραμένουν σε υψηλά επίπεδα και η σχέση δανείων προς καταθέσεις είναι από τις χαμηλότερες στην ευρωζώνη, αφήνοντας στις τράπεζες πολλά περιθώρια να αυξήσουν επιπλέον τις χορηγήσεις δανείων.

Ως προς τα αποτελέσματα του προγράμματος για TLTRO III για την πραγματική οικονομία, πέραν της κερδοφορίας των ίδιων των τραπεζών, αυτά ήταν υπαρκτά, αν και όχι ιδιαίτερα εντυπωσιακά. Όπως αναφέρει η Τράπεζα της Ελλάδος, «οι τράπεζες ανέφεραν ότι η συμμετοχή τους είχε ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της χρηματοοικονομικής τους κατάστασης και οδήγησε σε αύξηση των όγκων χορήγησης δανείων. Ως προς την επίδραση των TLTRO III στα πιστοδοτικά κριτήρια και στους όρους χορήγησης δανείων, τα πιστωτικά ιδρύματα στην Ελλάδα κατέγραψαν ουδέτερη επίδραση, ενώ στη ζώνη του ευρώ αναφέρθηκε σχετική χαλάρωση σε όλες τις κατηγορίες δανείων».