Τράπεζες

Πλήγμα 2 δισ. στον τραπεζικό τομέα από την πανδημία


Ανυπέρβλητη αποδείχθηκε για τις ελληνικές τράπεζες η πίεση που άσκησε η πανδημία στα οικονομικά τους αποτελέσματα. Παρότι τα λειτουργικά τους αποτελέσματα αυξήθηκαν εντυπωσιακά στο 9μηνο του 2020, τελικά εμφάνισαν μεγάλου ύψους ζημιές, έναντι κερδών την ίδια περίοδο του 2019, επειδή επιβαρύνθηκαν από διπλάσιες προβλέψεις για πιστωτικό κίνδυνο, οι οποίες έφθασαν τα 4 δισ. ευρώ.

Από πολλές πλευρές, τα αποτελέσματα των τραπεζών ήταν βελτιωμένα το 2020, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η ΤτΕ στην τελευταία έκθεση για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα. Ο φθηνός δανεισμός από την ΕΚΤ (με αρνητικό επιτόκιο) μείωσε περίπου κατά 300 εκατ. ευρώ τα έξοδα τόκων, τα έσοδα από μη τοκοφόρες εργασίες ήταν αυξημένα σχεδόν κατά 60%, ενώ κατά 118% αυξήθηκαν τα έσοδα από χρηματοοικονομικές πράξεις, δηλαδή κυρίως από τις συναλλαγές με ομόλογα του Δημοσίου. Έτσι, τα καθαρά έσοδα (λειτουργικά έσοδα - λειτουργικά έξοδα) ήταν σημαντικά αυξημένα, κατά 36,8%, πλησιάζοντας τα 4 δισ. ευρώ.

Κάπου εδώ, όμως, σταματούν τα καλά νέα για τις τράπεζες και μπαίνει στην εξίσωση η επίδραση της πανδημίας: Οι προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο διπλασιάστηκαν, από τα 2 στα 4 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα οι τράπεζες να περάσουν σε ζημιές 512 εκατ. ευρώ (προ φόρων), έναντι κερδών 611 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. Μετά τους φόρους, η ζημιά ανεβαίνει στα 688 εκατ. ευρώ, έναντι κερδών 649 εκατ.

Η ΤτΕ, μάλιστα, σημειώνει ότι τα αποτελέσματα των τραπεζών θα εξαρτηθούν από την εξέλιξη της πανδημίας και τονίζει ότι θα συνεχίσουν να επιβαρύνονται από μεγάλες προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο.

Ειδικότερα, η ΤτΕ αναφέρει, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα του τραπεζικού τομέα (συστημικές και μικρότερες τράπεζες) τα ακόλουθα:

  • Το εννεάμηνο του 2020 τα λειτουργικά έσοδα αυξήθηκαν σημαντικά σε ετήσια βάση, λόγω της αύξησης των εσόδων από μη τοκοφόρες εργασίες. Όσον αφορά τα καθαρά έσοδα από τόκους, η μείωση των εσόδων τόκων ήταν μεγαλύτερη σε απόλυτα μεγέθη από την αντίστοιχη μείωση των εξόδων. Τα έσοδα από τόκους επηρεάστηκαν αρνητικά από τη συνεχιζόμενη συρρίκνωση του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών καθώς και τη μείωση των επιτοκίων χορηγήσεων. Η υποχώρηση των εξόδων για τόκους οφείλεται στο μειωμένο κόστος των καταθέσεων και στην άντληση ρευστότητας από το Ευρωσύστημα με ευνοϊκούς όρους. Κατά συνέπεια το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο μειώθηκε κατά 22 μονάδες βάσης σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2019 και διαμορφώθηκε στο 2%. Ωστόσο το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο των ελληνικών τραπεζών παραμένει σημαντικά υψηλότερο από το αντίστοιχο των μεσαίου μεγέθους τραπεζικών ομίλων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ).
  • Τα καθαρά έσοδα από μη τοκοφόρες εργασίες ενισχύθηκαν κατά 59,4% σε ετήσια βάση, ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος αυτών είναι μη επαναλαμβανόμενα. Ειδικότερα τα έσοδα από χρηματοοικονομικές πράξεις υπερδιπλασιάστηκαν σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2019, προερχόμενα κυρίως από κέρδη που προέκυψαν από το χαρτοφυλάκιο ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου. Υπερδιπλάσια ήταν και τα λοιπά έσοδα. Επίσης, θετική ήταν η συμβολή των καθαρών εσόδων από προμήθειες. Όσον αφορά τα λειτουργικά έξοδα, παρουσί-ασαν περαιτέρω υποχώρηση λόγω κυρίως της συνεχιζόμενης συρρίκνωσης του προσωπικού και της συνακόλουθης μείωσης των δαπανών προσωπικού.
  • Ως αποτέλεσμα των παραπάνω ενισχύθηκαν τα λειτουργικά κέρδη το 2020 και βελτιώθηκε ο δείκτης αποτελεσματικότητας (λόγος λειτουργικών εξόδων προς έσοδα) των ελληνικών τραπεζών. Ο δείκτης αυτός παραμένει σε επίπεδο σημαντικά χαμηλότερο έναντι του μέσου όρου των μεσαίου μεγέθους τραπεζικών ομίλων στην ΕΕ.
  • Η τάση αποκλιμάκωσης του κόστους πιστωτικού κινδύνου αντιστράφηκε το εννεάμηνο του 2020 καθώς οι προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο διπλασιάστηκαν σε ετήσια βάση. Συγκεκριμένα, το εννεάμηνο του 2020 σχηματίστηκαν προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο συνολικού ύψους 4 δισεκ. ευρώ έναντι 2 δισεκ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2019. Από αυτές, 1 δισεκ. ευρώ αντανακλά την ενσωμάτωση των δυσμενέστερων μακροοικονομικών προβλέψεων εξαιτίας της πανδημίας στα υποδείγματα των τραπεζών για τον υπολογισμό ζημιών απομείωσης, 1,5 δισεκ. ευρώ σχετίζεται με την πώληση μεγάλου χαρτοφυλακίου ΜΕΔ από μια συστημική τράπεζα και 1,5 δισεκ. ευρώ αποτελεί γενικές και ειδικές προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο.
  • Οι ζημίες προ φόρων διαμορφώθηκαν σε 512 εκατ. ευρώ το εννεάμηνο του 2020. Ως αποτέλεσμα όλων των παραπάνω οι τραπεζικοί όμιλοι κατέγραψαν ζημίες μετά φόρων και διακοπτόμενων δραστηριοτήτων και οι δείκτες αποδοτικότητας του ενεργητικού (RoA) και των ιδίων κεφαλαίων (RoE) των τραπεζικών ομίλων εμφάνισαν εκ νέου αρνητικό πρόσημο (-0,32% και -3,3% αντίστοιχα).

Οι προοπτικές

  • Όσον αφορά τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές για την κερδοφορία, αυτές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την εξέλιξη της πανδημίας και τις επιπτώσεις της στην πραγματική οικονομία και στον τραπεζικό τομέα. Το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων ασκεί πίεση στα καθαρά έσοδα από τόκους των τραπεζών, αναδεικνύοντας την ανάγκη αναζήτησης εναλλακτικών πηγών εσόδων και περαιτέρω εξορθο-λογισμού του κόστους. Στην κατεύθυνση αυτή μπορεί να συμβάλει η επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού των τραπεζών, με την πελατεία τους να εμφανίζεται πιο δεκτική κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
  • Ωστόσο, η αναμενόμενη αύξηση του πιστωτικού κινδύνου των τραπεζών εξαιτίας της επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής κατάστασης επιχειρήσεων και νοικοκυριών αναμένεται να οδηγήσει στην ανάγκη σχηματισμού αυξημένων προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο, περιορίζοντας περαιτέρω τη δυνατότητά τους για εσωτερική δημιουργία κεφαλαίου. Κατά συνέπεια, η ανάπτυξη ενός διατηρήσιμου επιχειρηματικού υποδείγματος που θα επιτρέπει την επίτευξη ενός ικανοποιητικού επιπέδου οργανικής κερδοφορίας αποτελεί μια από τις προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι ελληνικές τράπεζες.

Τα αποτελέσματα 9μήνου των ελληνικών τραπεζών

(πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα)