Τράπεζες

Πλαφόν στα επιτόκια, φρένο σε πλειστηριασμούς με Οδηγία της Ε.Ε.


Ανώτατα όρια για τα επιτόκια της καταναλωτικής πίστης θα είναι υποχρεωμένα να ορίζουν τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ παράλληλα θα επιβληθεί στις τράπεζες να εξαντλούν όλες τις δυνατότητες ρύθμισης δανείων πριν φθάσουν σε πλειστηριασμό: αυτές είναι δύο από τις βασικές πρόνοιες της νέας Κοινοτικής Οδηγίας για την Καταναλωτική Πίστη, που εγκρίθηκε σήμερα από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και θα πρέπει να ενσωματωθεί στις εθνικές νομοθεσίας το αργότερο σε δύο χρόνια.

Ιδιαίτερα για το θέμα του προσδιορισμού ανώτατων επιτοκίων καταναλωτικής πίστης, η νέα Οδηγία θα έχει μεγάλη βαρύτητα για την ελληνική τραπεζική αγορά, καθώς, όπως είναι γνωστό, τα επιτόκια στη χώρα μας είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Μόνο σε μία περίπτωση, όταν ο Άρειος Πάγος είχε εκδώσει απόφαση που όριζε ότι τα τραπεζικά επιτόκια δεν πρέπει να υπερβαίνουν το ανώτατο εξωτραπεζικό (δικαιοπρακτικό) επιτόκιο, είχε στην Ελλάδα το ζήτημα της επιβολής κάποιου ανώτατου ορίου. Όμως οι τράπεζες είχαν επικαλεσθεί τους κανόνες για την απελευθέρωση της τραπεζικής πίστης και εκείνη η απόφαση δεν είχε αλλάξει τις πρακτικές που ακολουθούσαν.

Η νέα Οδηγία, ωστόσο, οδηγεί τα κράτη στην κατεύθυνση της επιβολή ανώτατων ορίων. Στο άρθρο 31, με θέμα «Ανώτατα όρια επιτοκίων, συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου και συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή» ορίζει ότι τα κράτη μέλη θεσπίζουν ανώτατα όρια για ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:

α)τα επιτόκια που εφαρμόζονται στις συμβάσεις πίστωσης ή τις πιστωτικές υπηρεσίες συμμετοχικής χρηματοδότησης·

β)το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο·

γ)το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή.

Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν πρόσθετα ανώτατα όρια για τις ανακυκλούμενες πιστωτικές διευκολύνσεις (σ.σ.: πιστώσεις μέσω αλληλόχρεων λογαριασμών).

Όπως εξηγείται στην Οδηγία, σε αρκετά κράτη ισχύει ήδη η επιβολή ανώτατου ορίου επιτοκίου και αυτό θα επεκταθεί σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση γιατί είναι επωφελές μέτρο για τους καταναλωτές. «Σε ορισμένα κράτη μέλη αποτελεί συνήθη πρακτική ο καθορισμός ανώτατων ορίων για τα επιτόκια, τα συνολικά ετήσια πραγματικά επιτόκια και/ή το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή. Ο εν λόγω καθορισμός ανώτατων ορίων έχει αποδειχθεί επωφελής για τους καταναλωτές. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να διατηρήσουν το ισχύον νομικό καθεστώς τους. Ωστόσο, σε μια προσπάθεια αύξησης της προστασίας των καταναλωτών χωρίς την επιβολή περιττών περιορισμών στα κράτη μέλη, θα πρέπει να θεσπιστούν ανώτατα όρια για τα επιτόκια, τα συνολικά ετήσια πραγματικά επιτόκια και/ή το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή σε ολόκληρη την Ένωση», αναφέρει η Οδηγία.

Δυσκολεύουν οι πλειστηριασμοί

Με άλλο άρθρο της Οδηγίας, προβλέπεται ότι θα πρέπει οι τράπεζες να εξαντλούν όλες τις δυνατότητες ρύθμισης ενός χρέους πριν καταλήξουν σε μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης. Όπως αναφέρει η Οδηγία,

«Το άρθρο 35 (υπερημερία και μέτρα ανοχής) εισάγει μέτρα για την ενθάρρυνση της επίδειξης εύλογης ανοχής πριν από την κίνηση διαδικασιών εκτέλεσης. Στα μέτρα ανοχής μπορεί να συμπεριλαμβάνονται η ολική ή μερική αναχρηματοδότηση σύμβασης πίστωσης ή η τροποποίηση των προηγούμενων όρων και προϋποθέσεων σύμβασης πίστωσης.

Η εν λόγω τροποποίηση μπορεί να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων: παράταση της διάρκειας της σύμβασης πίστωσης· αλλαγή του είδους της σύμβασης πίστωσης· αναβολή της καταβολής του συνόλου ή μέρους των δόσεων αποπληρωμής για ορισμένο χρονικό διάστημα· αλλαγή του επιτοκίου· παροχή αναστολής καταβολής δόσεων· μερική αποπληρωμή δόσεων· μετατροπή νομίσματος· και μερική άφεση και ενοποίηση του χρέους»

Το άρθρο 35, με θέμα «Υπερημερία και μέτρα ανοχής», έχει ως εξής:

1. Τα κράτη μέλη επιβάλλουν την υποχρέωση στους πιστωτικούς φορείς να διαθέτουν κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες ώστε να καταβάλλουν προσπάθειες για να επιδεικνύουν, κατά περίπτωση, εύλογη ανοχή πριν από την κίνηση διαδικασιών εκτέλεσης. Στο πλαίσιο των εν λόγω μέτρων ανοχής λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων στοιχείων, οι συνθήκες του καταναλωτή, τα δε εν λόγω μέτρα ανοχής μπορούν να συνίστανται, μεταξύ άλλων δυνατοτήτων, σε:

α)συνολική ή μερική αναχρηματοδότηση σύμβασης πίστωσης·

β)τροποποίηση των υφιστάμενων όρων και προϋποθέσεων σύμβασης πίστωσης, που μπορεί να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων:

i) παράταση της διάρκειας της σύμβασης πίστωσης·

ii) αλλαγή του είδους της σύμβασης πίστωσης·

iii) αναβολή της καταβολής του συνόλου ή μέρους των δόσεων αποπληρωμής για ορισμένο χρονικό διάστημα·

iv) αλλαγή του επιτοκίου·

v) παροχή αναστολής καταβολής δόσεων·

vi) μερική αποπληρωμή δόσεων·

vii) μετατροπές νομίσματος·

viii) μερική άφεση και ενοποίηση του χρέους.

2. Ο κατάλογος των δυνητικών μέτρων της παραγράφου 1 στοιχείο β) δεν θίγει τους κανόνες του εθνικού δικαίου και δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να προβλέπουν όλα αυτά τα μέτρα στο εθνικό τους δίκαιο.

3. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν, όταν επιτρέπεται στον πιστωτικό φορέα να καθορίζει και να επιβάλλει επιβαρύνσεις στον καταναλωτή λόγω αθέτησης υποχρέωσης, οι επιβαρύνσεις αυτές να μην είναι μεγαλύτερες από το αναγκαίο για την αποζημίωση του πιστωτικού φορέα για τη ζημία που υπέστη λόγω της αθέτησης της υποχρέωσης.

4.Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στους πιστωτικούς φορείς να επιβάλλουν πρόσθετες επιβαρύνσεις στον καταναλωτή σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης. Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη θεσπίζουν ανώτατο όριο για τις επιβαρύνσεις αυτές.

5.Τα κράτη μέλη δεν εμποδίζουν τα μέρη σύμβασης πίστωσης να συμφωνήσουν ρητά ότι η επιστροφή ή η μεταβίβαση στον πιστωτικό φορέα των αγαθών που καλύπτονται από συνδεδεμένη σύμβαση πίστωσης ή των εσόδων από την πώληση τέτοιων αγαθών επαρκεί για την εξόφληση της πίστωσης.