Ενέργεια

«Πεδίο μάχης» η ενέργεια, χάνουν τον έλεγχο κυβέρνηση και ΡΑΕ


«Καζάνι που βράζει» έχει γίνει η αγορά ενέργειας, λόγω των σοβαρών στρεβλώσεων που παρατηρούνται στην Αγορά Εξισορρόπησης, διογκώνοντας τις τιμές χονδρικής του ρεύματος, αλλά και της παράλληλης κίνησης της ΔΕΗ, που επιδιώκει να επιβάλει στη βαριά βιομηχανία μεγάλες αυξήσεις, της τάξεως του 40% - 50%, με τις βιομηχανίες να προαναγγέλλουν προσφυγή στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Κομισιόν, αποδίδοντας στη ΔΕΗ πρακτικές που δεν συνάδουν με τους κανόνες του ανταγωνισμού τόσο στην Αγορά Εξισορρόπησης, όσο και με τα βιομηχανικά τιμολόγια.

Συνεχίζοντας την ίδια τακτική του προκατόχου του, Κωστή Χατζηδάκη, ο νέος υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Κώστας Σκρέκας, δεν δείχνει ετοιμότητα να προχωρήσει σε κάποιου είδους κυβερνητική παρέμβαση για την αντιμετώπιση των στρεβλώσεων στην αγορά ηλεκτρισμού:

  • Για τα όσα συμβαίνουν με τη χρηματιστηριακή διαμόρφωση των τιμών στις αγορές που έχουν τεθεί σε λειτουργία από τα τέλη του 2020 στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού target model, η αντίληψη και της νέας πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου είναι πως πρόκειται για «παιδικές ασθένειες» στην εφαρμογή του ευρωπαϊκού μοντέλου, που έχουν παρατηρηθεί και σε άλλες χώρες και θα διορθωθούν με το πέρασμα του χρόνου και τις διορθωτικές παρεμβάσεις της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ).
  • Σχετικά με τις υπέρογκες αυξήσεις τιμολογίων που θέλει να επιβάλει η ΔΕΗ στη βιομηχανία, η πολιτική ηγεσία του υπουργείου φαίνεται να αφήνει τη διοίκηση Στάσση να χειρισθεί εν λευκώ το θέμα, μάλλον δίνοντας βαρύτητα στην ανάγκη εξυγίανσης της ΔΕΗ και αύξησης των κερδών της, παρά στη διατήρηση μιας ισορροπίας που δεν θα προκαλεί βαρύτατο πλήγμα στην ανταγωνιστικότητα της βαριάς βιομηχανίας, όπου το ρεύμα αποτελεί το σοβαρότερο στοιχείο κόστους.

Για να λυθεί μακροπρόθεσμα το θέμα της παροχής ρεύματος στη βιομηχανία με ανταγωνιστικό κόστος, η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ επεξεργάζεται ένα σχέδιο για μεσοπρόθεσμη απεξάρτηση από τη ΔΕΗ, καθώς θα δοθεί η δυνατότητα στις βιομηχανίες να λαμβάνουν ρεύμα με διμερείς συμβάσεις με παραγωγούς από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Στους κύκλους της βιομηχανίας, αυτή η ιδέα, αν και μακροπρόθεσμα ορθή, προκαλεί έντονη δυσφορία, δεδομένου ότι το νέο σύστημα θα τεθεί σε λειτουργία από το 2023 και μέχρι τότε, όπως λένε από τη βιομηχανία, θα έχουν «σβήσει φουγάρα», αν η ΔΕΗ επιβάλει αυξήσεις έως 50% και, μάλιστα, έχοντας τη δυνατότητα να προχωρήσει σε αναδρομικές χρεώσεις από την αρχή του 2021.

Στην Αγορά Εξισορρόπησης, μέσω της οποίας συνδιαμορφώνεται η χονδρική τιμή του ρεύματος, οι στρεβλώσεις είχαν φθάσει σε ακραίο σημείο στα τέλη του προηγούμενου χρόνου. Σημειωτέον ότι πρόκειται για μια αγορά όπου συμμετέχουν μόνο οι θερμικές μονάδες των μεγάλων παραγωγών ενέργειας και στην οποία έχει δεσπόζουσα θέση η ΔΕΗ. Από την πλευρά της βιομηχανίας εκτιμούν ότι πρόκειται για μια αγορά όπου εμφανίζονται εναρμονισμένες πρακτικές, αντίθετες με τη νομοθεσία για τον ανταγωνισμό, με στόχο τη χειραγώγηση των τιμών.

Διορθωτικά μέτρα 

Με μια πολυσέλιδη απόφαση, η ΡΑΕ επέβαλε διορθωτικά μέτρα στην Αγορά Εξισορρόπησης, τα οποία ήδη έχουν τεθεί σε εφαρμογή. Αιτιολογώντας την απόφασή της, η ΡΑΕ ουσιαστικά αναγνωρίζει ότι υφίσταται ζήτημα καταχρηστικών πρακτικών και σημειώνοντας ότι η παρέμβασή της έχει στόχο να «αποκατασταθούν συνθήκες εύρυθμης λειτουργίας και ανταγωνισμού».

Όμως, από την πλευρά της βιομηχανίας τονίζεται ότι τα μέτρα που λαμβάνει η ΡΑΕ δεν είναι αρκετά για να λειτουργήσει σωστά η Αγορά Εξισορρόπησης και να αποκλιμακωθούν οι τιμές, ενώ υπάρχει η εύλογη υποψία ότι η ΔΕΗ, ως κυρίαρχος στην Αγορά Εξισορρόπησης, επιδιώκει να διατηρηθεί ψηλά τις τιμές, για να επικαλείται αυτές τις τιμές στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για τα τιμολόγια της βιομηχανίας και να δικαιολογεί τις αυξήσεις που έχει ζητήσει.

Το «κουβάρι» της αγοράς ηλεκτρισμού δεν φαίνεται ότι μπορεί να ξετυλιχθεί αποτελεσματικά από τη ΡΑΕ, την ώρα που και η κυβέρνηση περιορίζεται σε ρόλο παθητικού θεατή. Η υπόθεση, όπως τουλάχιστον προαναγγέλλεται από την πλευρά της βιομηχανίας, είναι αναπόφευκτο να καταλήξει στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενώ με ενδιαφέρον αναμένονται όσα θα σημειώσει η Κομισιόν σχετικά με το θέμα στο κείμενο της 9ης έκθεσης αξιολόγησης της οικονομίας που αναμένεται να δημοσιευθεί το επόμενο διάστημα.