Για ένα ακόμη γύρο φοροελαφρύνσεων ετοιμάζεται η κυβέρνηση, όπως τόνισε σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Κυριάκος Πιερρακάκης, όμως ούτε αυτή τη φορά αναμένονται σημαντικές παρεμβάσεις στους έμμεσους φόρους, παρότι η Ελλάδα διατηρεί τον όχι επίζηλο τίτλο του πρωταθλητή επιβαρύνσεων από έμμεσους φόρους στον ΟΟΣΑ και μάλιστα αυτό συμβαίνει όχι μόνο εξαιτίας της πολυσυζητημένης διατήρησης του συντελεστή ΦΠΑ σε πολύ υψηλό επίπεδο, αλλά και επειδή υπάρχουν πολλοί «αθέατοι» φόροι στην κατανάλωση, που «γονατίζουν» τα ελληνικά νοικοκυριά.
Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, μιλώντας πριν λίγες ημέρες στην ΕΡΤ, ξεκαθάρισε ότι το φθινόπωρο θα ανακοινωθούν από τον πρωθυπουργό οι επόμενες μειώσεις φόρων, ενώ υπάρχει ήδη ένα δημοσιονομικό «μαξιλάρι» της τάξεως των 800 εκατ. ευρώ για αυτές τις ελαφρύνσεις. Σύμφωνα με πληροφορίες, θα πρέπει να αναμένεται ότι το «μαξιλάρι» τελικά θα είναι μεγαλύτερο, καθώς θα αναγνωρισθεί από την Κομισιόν ότι ορισμένες αυξήσεις φορολογικών εσόδων έχουν μόνιμο χαρακτήρα.
Όμως, η κυβέρνηση ούτε αυτή τη φορά προσανατολίζεται να ανοίξει το μεγάλο θέμα της ενδεχόμενης μείωσης των έμμεσων φόρων, παρότι τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια στον ΟΟΣΑ στους έμμεσους φόρους. Με βάση την έκθεση του ΟΟΣΑ "Revenue Statistics 2025", η Ελλάδα επιβεβαιώνεται έρχεται με οριακή διαφορά δεύτερη, μετά την Ουγγαρία, που έχει τα πρωτεία εξαιτίας του εξοντωτικού συντελεστή της στον ΦΠΑ (27%).
Συγκεκριμένα, τα στοιχεία για το έτος 2023 δείχνουν την εξής εικόνα για τους φόρους σε αγαθά και υπηρεσίες ως ποσοστό του ΑΕΠ:
- Η Ουγγαρία βρίσκεται στην πρώτη θέση με ποσοστό περίπου 16,0% του ΑΕΠ.
- Η Ελλάδα ακολουθεί με πολύ μικρή διαφορά στη δεύτερη θέση με ποσοστό περίπου 15,8% του ΑΕΠ. Βρίσκεται σε τεράστια απόσταση από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, που είναι μόνο10,5%.
Η σύγκριση της Ελλάδας με άλλες χώρες διαμορφώνεται ως εξής:
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Η δυσμενής αυτή επίδοση της Ελλάδας στους έμμεσους φόρους αντικατοπτρίζει τη δομή των φορολογικών εσόδων της χώρας, όπου περίπου το 40,7% των συνολικών φορολογικών εσόδων προέρχεται από φόρους σε αγαθά και υπηρεσίες (22,5% από ΦΠΑ και 18,2% από άλλους φόρους κατανάλωσης), ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από αυτό χωρών όπως οι ΗΠΑ ή η Ελβετία.
Κληρονομιά των μνημονίων
Με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η εξέλιξη των έμμεσων φόρων (φόροι σε αγαθά και υπηρεσίες) στην Ελλάδα παρουσιάζει μια πορεία συνεχούς απόκλισης από τον μέσο όρο των ανεπτυγμένων χωρών, η οποία κορυφώθηκε στα χρόνια της οικονομικής κρίσης και παραμένει μεγάλη μέχρι σήμερα.
Ενώ ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ παρέμεινε σχετικά σταθερός τις τελευταίες δεκαετίες (κυμαινόμενος γύρω στο 10-11% του ΑΕΠ), η Ελλάδα ακολούθησε μια διαφορετική τροχιά:
- Δεκαετία '60 - '80: Η Ελλάδα ξεκίνησε από επίπεδα χαμηλότερα ή κοντά στον μέσο όρο.
- Δεκαετία '90 - 2000: Παρατηρείται μια σταδιακή αύξηση, καθώς η ελληνική οικονομία εκσυγχρονίζεται και η κατανάλωση αυξάνεται, με αποτέλεσμα τα έσοδα από τους έμμεσους φόρους να ανεβαίνουν κοντά στο 13-14% του ΑΕΠ.
- Περίοδος Κρίσης (2010-2018): Εδώ παρατηρείται το μεγάλο άλμα. Λόγω της ανάγκης για άμεση αύξηση εσόδων και της δυσκολίας είσπραξης άμεσων φόρων, το κράτος στράφηκε στην υπερφορολόγηση της κατανάλωσης (αυξήσεις ΦΠΑ, ΕΦΚ σε καύσιμα/καπνά).
- Σήμερα (2022-2023): Το ποσοστό έχει σταθεροποιηθεί σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα (~15,8%), ανοίγοντας την «ψαλίδα» από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (10,5%) στις 5,3 ποσοστιαίες μονάδες.
Ο ΦΠΑ και οι άλλοι φόροι
Η ανάλυση των στοιχείων αποκαλύπτει δύο βασικούς λόγους που εξηγούν την πρωτιά της Ελλάδας στις επιβαρύνσεις από έμμεσους φόρους:
- Η Ελλάδα βασίζεται δυσανάλογα στους έμμεσους φόρους για να χρηματοδοτήσει τον προϋπολογισμό της. Περίπου το 40% των συνολικών φορολογικών εσόδων της Ελλάδας προέρχεται από την κατανάλωση, έναντι ~31% που είναι ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ. Αυτό δείχνει μια οικονομία που δυσκολεύεται να φορολογήσει αποτελεσματικά το εισόδημα και τον πλούτο (λόγω φοροδιαφυγής), και αντ' αυτού φορολογεί τις συναλλαγές.
- Η Ελλάδα διατηρεί έναν από τους υψηλότερους κανονικούς συντελεστές ΦΠΑ στην Ευρώπη (24%), γεγονός που αποτυπώνεται άμεσα στα έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Παρότι η Ελλάδα έχει έναν από τους υψηλότερους βασικούς συντελεστές ΦΠΑ στην Ευρώπη, η θλιβερή πρωτιά της στον ΟΟΣΑ οφείλεται κυρίως σε άλλους φόρους κατανάλωσης, που δεν συζητούνται ιδιαίτερα, αλλά προκαλούν μεγάλη επιβάρυνση στους καταναλωτές. Αν «σπάσουμε» το γενικό ποσοστό των έμμεσων φόρων (15,8% του ΑΕΠ) στα δύο βασικά συστατικά του, δηλαδή τον ΦΠΑ και τους άλλους φόρους κατανάλωσης (Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης σε καύσιμα, καπνά, διάφορα τέλη κ.λπ.), προκύπτει το εξής συμπέρασμα:
- Η Ελλάδα είναι μεν ψηλά στον ΦΠΑ, αλλά εκεί που πραγματικά «σπάει τα κοντέρ» και είναι η αδιαφιλονίκητη πρωταθλήτρια στον ΟΟΣΑ, είναι στους «άλλους» έμμεσους φόρους (εκτός ΦΠΑ). Ειδικότερα,
- Στον ΦΠΑ, η Ελλάδα βρίσκεται στις υψηλότερες θέσεις, αλλά υπάρχουν χώρες με μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση -Ουγγαρία: ~9,4% του ΑΕΠ, πρωταθλήτρια στα έσοδα από ΦΠΑ, ενώ η Ελλάδα ακολουθεί με 8,8% του ΑΕΠ. Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι μόνο 6,9% του ΑΕΠ. Η Ελλάδα είναι περίπου 2 μονάδες πάνω από τον μέσο όρο, αλλά χάνει την πρωτιά από την Ουγγαρία και είναι κοντά σε χώρες όπως η Φινλανδία και η Δανία.
- Στους Άλλους Φόρους Κατανάλωσης (Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης, τέλη ταξινόμησης, τέλη κινητής, χαρτόσημα κ.α.), η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια με διαφορά. Τα έσοδα φθάνουν το 7,1% του ΑΕΠ, έναντι 6,7% για την Ουγγαρία και είναι υπεδιπλάσια του μέσου όρου του ΟΟΣΑ (3,6%). Αυτό δείχνει ότι η ελληνική οικονομία επιβαρύνεται υπερβολικά από ειδικούς φόρους που αφορούν συγκεκριμένες μορφές κατανάλωσης (ενέργεια, μεταφορές, καπνικά κ.λπ.).
Παρά την πρωτιά της Ελλάδας στους έμμεσους φόρους που καταγράφει ο ΟΟΣΑ, η κυβερνητική γραμμή παραμένει σταθερά αρνητική στο ενδεχόμενο μείωσής τους. Η επιχειρηματολογία της κυβέρνησεις βασίζεται σε τρεις κεντρικούς άξονες. Το πιο συχνό επιχείρημα είναι ότι τέτοιες μειώσεις δεν θα φθάσουν στον καταναλωτή, επειδή δεν λειτουργεί σωστά ο ανταγωνισμός στην αγορά. Το δεύτερο βασικό επιχείρημα είναι ότι θα χαθούν σημαντικά έσοδα και δεν θα είναι εύκολο να αναπληρωθούν. Το τρίτο επιχείρημα λέει ότι οι μειώσεις άμεσων φόρων (όπως οι φόροι εισοδήματος) αυξάνουν άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα.