Διπλό μήνυμα, στέλνει μια απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία αφενός κρίνει ότι η πενταετής περίοδος της παραγραφής των φορολογικών υποθέσεων είναι αδιαπραγμάτευτη, αφετέρου, αν η εφορία διαπιστώσει ότι το καταβληθέν τίμημα είναι υψηλότερο της αντικειμενικής αξίας, τότε ο φόρος μεταβίβασης υπολογίζεται επί του πραγματικού τιμήματος.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση που έφθασε στο ΣτΕ, ένα ζευγάρι που αγόρασε δύο ακίνητα από κατασκευαστική εταιρεία και προέκυψε ότι η πραγματική τους αξία ήταν διπλάσια της αναγραφόμενης στα συμβόλαια, γλίτωσε τον επιπλέον φόρο μεταβίβασης, ενώ η πωλήτρια κατασκευαστική απέφυγε τον επιπλέον φόρο εισοδήματος και τα πρόστιμα.
Αιτία ήταν η πάροδος της πενταετίας και η παραγραφή του δικαιώματος της εφορίας να επιβάλει φόρους και πρόστιμα.
Άργησαν…
Το κουβάρι της υπόθεσης άρχισε να ξετυλίγεται το 2005 και το 2008, όταν η εν λόγω κατασκευαστική εταιρεία προχώρησε στην πώληση δύο ακινήτων σε ένα ζευγάρι αγοραστών.
Η συναλλαγή, στα χαρτιά, φαινόταν καθόλα νόμιμη και στα συμβόλαια που υπογράφηκαν, το τίμημα για το πρώτο ακίνητο αναγραφόταν στα 585.302,79 ευρώ και για το δεύτερο στις 600.000 ευρώ.
Ωστόσο, ο έλεγχος που διενήργησε το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) την περίοδο 2012-2014 στους τραπεζικούς λογαριασμούς των αγοραστών, αποκάλυψε έναν «θησαυρό» από αδικαιολόγητα ποσά.
Οι ελεγκτές εντόπισαν τραπεζικές επιταγές, το συνολικό ύψος των οποίων ξεπερνούσε τα 2,2 εκατομμύρια ευρώ και η κατασκευαστική ήταν ότι η ίδια η πωλήτρια εταιρεία εμφανιζόταν ως η τελευταία οπισθογράφος σε αυτές τις επιταγές.
Με βάση τα ευρήματα του ΣΔΟΕ, η ΔΟΥ Δ΄ Αθηνών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το ιλιγγιώδες αυτό επιπλέον ποσό αποτελούσε το «μαύρο», αδήλωτο τίμημα για τις αγοραπωλησίες.
Έτσι, το 2015 προχώρησε στην έκδοση πράξεων επιβολής προστίμου για παραβάσεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (ΚΒΣ), επιβάλλοντας στην εταιρεία πρόστιμα και φόρους ύψους 137.484 ευρώ για τη χρήση του 2005 και 162.500 ευρώ για το 2008.
Οι ελεγκτές της Εφορίας, επιθυμώντας να παρακάμψουν τον σκόπελο της πενταετούς παραγραφής, υποστήριξαν νομικά ότι η έκθεση του ΣΔΟΕ (που συντάχθηκε το 2014) και οι επιταγές αποτελούσαν «συμπληρωματικά στοιχεία».
Δηλαδή, πληροφορίες που περιήλθαν σε γνώση τους εκ των υστέρων, γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς τους, έδινε στο Δημόσιο το δικαίωμα να επεκτείνει τον έλεγχο στη δεκαετία. Η άποψη αυτή βρήκε αρχικά σύμφωνο το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών (απόφαση 1812/2018), το οποίο επικύρωσε τα πρόστιμα.
Το ΣτΕ έκρινε διαφορετικά
Η τελευταία λέξη ανήκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπου προσέφυγαν οι φορολογούμενοι και το οποίο αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου, καταρρίπτοντας το νομικό αφήγημα της φορολογικής αρχής.
Ειδικότερα το ΣτΕ με την απόφαση υπ. αρ. Α1234/2025, έκρινε ξεκάθαρα ότι ο έλεγχος των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών καθώς και των τραπεζικών επιταγών στις ελληνικές τράπεζες, δεν μπορεί να επεκτείνεται πέραν της πενταετίας.
Σύμφωνα με το ΣτΕ, οι καταθέσεις αυτών των επιταγών ήταν απολύτως ορατές στο τραπεζικό σύστημα εντός της πρώτης πενταετίας και αν η Εφορία είχε επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια, θα τις είχε εντοπίσει εγκαίρως.
Στο πλαίσιο αυτό, η έκθεση του ΣΔΟΕ το 2014, απλώς επεξεργάστηκε ήδη διαθέσιμα δεδομένα και σε καμία περίπτωση δεν συνιστά «νέο» ή «συμπληρωματικό στοιχείο» ικανό να επεκτείνει την παραγραφή.
Κατά συνέπεια, για τη χρήση του 2005, η πενταετής προθεσμία ελέγχου είχε εκπνεύσει οριστικά στις 31 Δεκεμβρίου 2011 και οι πράξεις επιβολής προστίμων που εκδόθηκαν το 2015 κρίθηκαν εκπρόθεσμες και απολύτως άκυρες.