Χρηστικά

ΙΟΒΕ: Υπερβολικό το κόστος στέγασης – Απορροφά μεγάλο μέρος των χαμηλών εισοδημάτων


Δυσβάσταχτο αποδεικνύεται το κόστος στέγασης για τα ελληνικά νοικοκυριά και δη αυτά με χαμηλούς οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, το εν λόγω κόστος στη χώρα μας, που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τις πληρωμές ενοικίου ή στεγαστικού δανείου, τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας και τις δαπάνες συντήρησης, βρίσκεται στα ύψη… 

Αν αυτή η «συνθήκη» συνδυαστεί με τη συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης και την ενίσχυση της ακρίβειας, τότε γίνεται αντιληπτή η δυσμενής και ασφυκτική κατάσταση που βρίσκονται τα ελληνικά νοικοκυριά.

Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ, τα νοικοκυριά με εισόδημα κάτω από το 60% του διάμεσου εισοδήματος εξακολουθούν να δαπανούν περίπου το 60% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στεγαστικές δαπάνες, παρά τη βελτίωση που έχει καταγραφεί σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, όταν το αντίστοιχο ποσοστό είχε φθάσει ακόμη και το 77%. Αντίθετα, στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα το κόστος στέγασης απορροφά σημαντικά μικρότερο μέρος του εισοδήματος, αναδεικνύοντας το εύρος της απόκλισης.

Χειρότερη είναι η εικόνα που παρουσιάζει στον  συμπληρωματικό δείκτης στεγαστικής επιβάρυνσης, που αφορά το ποσοστό υπερβάλλουσας στεγαστικής επιβάρυνσης, το οποίο ορίζεται ως ο αριθμός των ατόμων σε νοικοκυριά που δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγαση. Για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα το ποσοστό αυτό διαμορφώνεται διαχρονικά μεταξύ 68% και 93%, όταν στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κινείται περίπου μεταξύ 35% και 40%. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χώρες όπου το στεγαστικό κόστος επιβαρύνει δυσανάλογα τους οικονομικά ασθενέστερους.

Καθυστερήσεις σε ενοίκια και δάνεια

Τα υψηλά ποσοστά επιβάρυνσης του κόστους στέγασης έχουν επιδράσεις και στις καθυστερήσεις πληρωμών ενυπόθηκων δανείων, ενοικίων και λογαριασμών κοινής ωφέλειας. Στην Ελλάδα, τα νοικοκυριά κάτω από το 60% του διάμεσου εισοδήματος εμφανίζουν ποσοστά καθυστερήσεων που κυμαίνονται μεταξύ 50% και 80% καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου, με έντονη ανοδική τάση από το 2020 και έπειτα, φτάνοντας περίπου στο 77-80% το 2024-2025. 

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με την ενεργειακή κρίση και την αύξηση του κόστους διαβίωσης μετά το 2021, υποδηλώνοντας ότι σχεδόν 4 στα 5 νοικοκυριά κάτω από το όριο της φτώχειας αδυνατούν πλέον να ανταποκριθούν έγκαιρα στις στεγαστικές ή ενεργειακές τους υποχρεώσεις. Τα νοικοκυριά άνω του 60% του διάμεσου εισοδήματος βρίσκονται σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα, γύρω στο 30-45%, αν και με ανοδική τάση τα τελευταία χρόνια, υποδηλώνοντας ότι οι πιέσεις στεγαστικής αφερεγγυότητας έχουν πλέον διευρυνθεί πέρα από τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. 

Σε σύγκριση με την ΕΕ, τα φτωχά νοικοκυριά της ΕΕ εμφανίζουν ποσοστά καθυστερήσεων γύρω στο 20-28%, ενώ τα υψηλότερου εισοδήματος νοικοκυριά παραμένουν σταθερά κάτω από το 10%, επίπεδα που απέχουν σημαντικά από την ελληνική πραγματικότητα.
 

Διαβαστε επισης