Την τεράστια ευκαιρία να καλύψει το κενό τροφοδοσίας που δημιουργείται στην Ευρώπη, λόγω της ιστορικής απόφασης της ΕΕ να απαγορεύσει πλήρως το ρωσικό φυσικό αέριο, έχει η Ελλάδα, όπως επισήμανε, από τη Θεσσαλονίκη, ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, μιλώντας στο συνέδριο της εφημερίδας «Μακεδονία».
«Το 2019 ήμασταν στο τέλος γραμμής. Ερχόταν στην Ελλάδα το αέριο, το παίρναμε και το καταναλώναμε. Σήμερα μπαίνουν στη χώρα 17 bcm (δισεκατομμύρια κυβικά) αερίου και βγαίνουν 11. Οι ποσότητες αυτές υπάρχει μεγάλη ευκαιρία να αυξηθούν, γιατί έχουμε την ιστορική απόφαση της ΕΕ να απαγορεύσει πλήρως το ρωσικό φυσικό αέριο», εξήγησε ο κ. Τσάφος και πρόσθεσε ότι, χάρη στις υποδομές που έχουν δημιουργηθεί δίδεται ένα καλό «πάτημα» στην Ελλάδα, η οποία σε αντίθεση με άλλες χώρες της ΕΕ, που «ξέχασαν» το φυσικό αέριο, επένδυσε στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) χωρίς να το παραμελήσει.
Ο κ. Τσάφος επισήμανε ακόμη ότι η κυβέρνηση είναι «κοντά σε ανακοινώσεις για το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας», ενώ τόνισε ότι «οι μείζονες εξελίξεις στην ενέργεια ακουμπούν ή πηγάζουν από τη Βόρεια Ελλάδα».
Πέντε τεκτονικές αλλαγές
Ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας αναφέρθηκε και σε πέντε τεκτονικές αλλαγές στον τομέα της ενέργειας, που αλλάζουν ριζικά τα δεδομένα παγκοσμίως.
Η πρώτη εξ αυτών αφορά την άνοδο των ΗΠΑ ως κορυφαίου παραγωγού πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως: «Μια χώρα που διαχρονικά εισήγαγε ενέργεια, τώρα πια κοιτάζει πώς θα πουλήσει. Το 2024, το 30% της ενέργειας που παρήγαγε η Αμερική, οδηγήθηκε σε εξαγωγές», επισήμανε.
Η δεύτερη σχετίζεται με την άνοδο της Κίνας στον τομέα των νέων τεχνολογιών χαμηλών εκπομπών, καθώς η χώρα επενδύει στρατηγικά τόσο στην παραγωγή όσο και στην υιοθέτηση φωτοβολταϊκών, ανεμογεννητριών, μπαταριών και ηλεκτρικών αυτοκινήτων. «Το 2024 η Κίνα προσέθεσε 277 γιγαβάτ φωτοβολταϊκών, όταν όλη η Ευρώπη, σωρευτικά τα τελευταία 25 χρόνια, έχει εγκαταστήσει 304 γιγαβάτ», εξήγησε.
Τρίτον, νέα δεδομένα έχει δημιουργήσει το ενεργειακό διαζύγιο μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, που τερματίζει μια σχέση δεκαετιών και οδηγεί τη ρωσική πλευρά να αναζητήσει νέες αγορές για τα προϊόντα της στην Ασία. Τέταρτον, δημιουργούνται νέοι ενεργειακοί χάρτες, που σχετίζονται με πρώτες ύλες, όπως το νικέλιο, το κοβάλτιο, το λίθιο και ο χαλκός. «Αυτά τα νέα προϊόντα δημιουργούν νέες εξαρτήσεις», υπογράμμισε. Η πέμπτη αλλαγή, τέλος, έχει να κάνει με την ευρωπαϊκή στρατηγική για την κλιματική ουδετερότητα, η οποία πρέπει να εφαρμοστεί με τρόπο που διασφαλίζει παράλληλα την ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική συνοχή.
Στο σκηνικό αυτό, η Ελλάδα εφαρμόζει στρατηγική που εδράζεται σε τέσσερις πυλώνες: τη στροφή στις ΑΠΕ σε ισορροπία και με το φυσικό αέριο, την ολοκληρωμένη στρατηγική για τους υδρογονάνθρακες και τον περιορισμό του ενεργειακού κόστους.
Όχι παρατηρητές, συνδιαμορφωτές
Αναλύοντας περαιτέρω την εικόνα στο εγχώριο ενεργειακό τοπίο, ο κ. Τσάφος επισήμανε ότι η Ελλάδα, από εισαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας, έχει πλέον μετατραπεί σε καθαρό εξαγωγέα, προς όφελος και των τιμών. Ενδεικτικά ανέφερε ότι ενώ το 2019 η Ελλάδα είχε την πιο υψηλή τιμή χονδρικής σε όλη την Ευρώπη -«ήμασταν 20 ευρώ πιο ακριβοί από τη Βουλγαρία»- τον περασμένο Ιανουάριο η τιμή ήταν 40 ευρώ χαμηλότερη στη χώρα μας, σε σχέση με τη γείτονα. «Σε απόλυτο νούμερο είμαστε ακόμη ακριβοί, λόγω των απόνερων της ενεργειακής κρίσης, αλλά συγκλίνουμε σταδιακά με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο», είπε.
Ο κ. Τσάφος ανέφερε ακόμη πως το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι ενταγμένη σε ένα ευρωπαϊκό σύστημα σημαίνει ότι οι δυσλειτουργίες αυτού συχνά «γυρίζουν μπούμερανγκ» και αυξάνουν τις τιμές. Ωστόσο, είπε, «έχουμε σηκώσει τη φωνή μας και έχουμε αρθρώσει όραμα για το πώς πρέπει να λειτουργεί η ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Οι απόψεις μας έχουν εισακουσθεί και η εθνική μας στρατηγική έγινε ευρωπαϊκή κατεύθυνση. Δεν είμαστε απλά παρατηρητής, συνδιαμορφώνουμε το σύστημα».
Ιδιαίτερη μνεία έκανε ο υφυπουργός στο θέμα του ενεργειακού κόστους για οικιακούς καταναλωτές και επιχειρήσεις, υποστηρίζοντας ότι τα στοιχεία για το πρώτο εξάμηνο του 2025 δείχνουν βελτίωση, αφού οι τιμές λιανικής στην Ελλάδα ήταν χαμηλότερες κατά 21% από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ σε όρους αγοραστικής δύναμης βρισκόμαστε λίγο κάτω από αυτόν. Προσέθεσε πως, σε αντίθεση με ό,τι συχνά λέγεται, τα στοιχεία δεν δείχνουν ότι η Ελλάδα είναι σήμερα ακριβότερη, «χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορούμε να πάμε καλύτερα».
Δεν είναι μακριά οι ανακοινώσεις για το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας
«Θεωρώ πως είμαστε κοντά σε ανακοινώσεις», είπε ο κ. Τσάφος, απαντώντας σε ερώτημα σε σχέση με το πότε θα οριστικοποιηθούν τα πολυαναμενόμενα μέτρα για τη μείωση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας. Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι οι καθυστερήσεις ως προς αυτό οφείλονται στο γεγονός ότι για να προχωρήσουν τα μέτρα που έχουν συζητηθεί με τους φορείς, χρειάζεται να υπάρχει έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
«Η Επιτροπή έχει δημιουργήσει νέο πλαίσιο από πέρυσι το καλοκαίρι για το πώς δίδονται οι κρατικές ενισχύσεις στη βιομηχανία κι αυτό το πλαίσιο έχει κάποιες πολυπλοκότητες για εμάς», είπε, διευκρινίζοντας ότι η οικονομική στήριξη δεν μπορεί να ξεπεράσει σωρευτικά ένα ποσό και η ελληνική κυβέρνηση ήδη ενισχύει τη βιομηχανία και με άλλους πόρους, που αθροίζονται.
Πρόσθεσε ότι η ελληνική βιομηχανία «πάει πολύ καλύτερα σε μια δύσκολη ευρωπαϊκή συγκυρία», αφού η απασχόληση μεταξύ 2019-2024 αυξήθηκε κατά 17% (νούμερο ένα επίδοση στην ΕΕ), η προστιθέμενη αξία κατά 38% (τρίτη καλύτερη) και η βιομηχανική παραγωγή κατά 21% (πέμπτη), όταν στη Γερμανία έχει μειωθεί κατά 11%. «Όταν σε μια χώρα η βιομηχανική παραγωγή είναι στο -11%, δεν θα ληφθούν τα ίδια μέτρα με μια χώρα που είναι στο +21%», είπε, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η κυβέρνηση ήδη στηρίζει τη βιομηχανία και εξετάζει περισσότερα μέτρα.