Η Εφορία μπορεί να αξιοποιεί τραπεζικές κινήσεις κατά τους φορολογικούς ελέγχους, προκειμένου να εντοπίσει αδήλωτα εισοδήματα, ενώ ο ελεγχόμενος φορολογούμενος θα πρέπει να αποδεικνύει με στοιχεία την ύπαρξη διαθέσιμων κεφαλαίων, από τα οποία προέρχονται οι όποιες καταθέσεις.
Τα μηνύματα αυτές στέλνει η υπ' αριθμ. 484/2026 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, δημιουργώντας νέα νομολογία για τους ελέγχους της εφορίας στους τραπεζικούς λογαριασμούς.
Αναλυτικότερα, το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο διευκρινίζει, πως οι πιστώσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς μπορούν να αποτελέσουν έμμεσες αποδείξεις ύπαρξης αδήλωτου εισοδήματος, εφόσον δεν δικαιολογούνται από τα δηλωθέντα εισοδήματα του φορολογουμένου ή από άλλη επαρκώς τεκμηριωμένη και νόμιμη πηγή προέλευσης των χρημάτων.
Με την απόφαση αυτή, το ΣτΕ επιβεβαιώνει πως η φορολογική διοίκηση μπορεί να αντλεί αποδεικτικά στοιχεία από την κίνηση τραπεζικών λογαριασμών στο πλαίσιο του έμμεσου προσδιορισμού εισοδήματος.
Οι διαδρομές του χρήματος
Συγχρόνως η απόφαση του ΣτΕ θέτει μία κρίσιμη προϋπόθεση για τη νομιμότητα των σχετικών καταλογισμών, που αφορά στο βάρος απόδειξης ως προς τον χρόνο επέλευσης της περιουσιακής προσαύξησης φέρει η φορολογική διοίκηση.
Όπως αναφέρει, οι φορολογικές αρχές οφείλουν να τεκμηριώνουν με συγκεκριμένα στοιχεία σε ποιο φορολογικό έτος προέκυψε η επίμαχη προσαύξηση της περιουσίας, καθώς από τον χρονικό αυτό προσδιορισμό εξαρτάται τόσο η φορολογική υποχρέωση όσο και η νομιμότητα του καταλογισμού.
Η κρίση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τις υποθέσεις ελέγχων καταθέσεων, καθώς δεν αρκεί η διαπίστωση ότι υφίστανται ανεξήγητες πιστώσεις, αλλά η Εφορία καλείται να αποδείξει και το χρονικό σημείο στο οποίο αυτές συνιστούν φορολογητέα περιουσιακή προσαύξηση, χωρίς να μεταφέρει το αποδεικτικό βάρος στον φορολογούμενο.
Και ο ελεγχόμενος
Όμως το Ανώτατο Δικαστήριο, ξεκαθαρίζει πως, ούτε ο φορολογούμενος απαλλάσσεται από την υποχρέωση τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του σχετικά με την προέλευση των καταθέσεών του.
Στην απόφαση τονίζει ότι, δεν αρκεί η γενική επίκληση ότι διέθετε αποταμιεύσεις ή κεφάλαια προηγούμενων ετών, τα οποία θα μπορούσαν να καλύψουν τις επίμαχες τραπεζικές καταθέσεις.
Αντιθέτως σημειώνει, ότι απαιτείται συγκεκριμένη απόδειξη ότι τα ελεγχόμενα εμβάσματα προέρχονται πράγματι από τα διαθέσιμα αυτά κεφάλαια του παρελθόντος και να προσδιορίσει με στοιχεία τη σαφή σύνδεση των καταθέσεων με την επικαλούμενη πηγή χρηματοδότησης.
Δηλαδή, ο φορολογούμενος φέρει το βάρος της απόλυτης απόδειξης και θα πρέπει να αποδείξει τη διαδρομή του χρήματος, ότι δηλαδή τα συγκεκριμένα μετρητά που κατατέθηκαν στην τράπεζα είναι τα ίδια ακριβώς, με εκείνα που είχαν φορολογηθεί ή απαλλαγεί νόμιμα στο παρελθόν.
Αποδεικτικά στοιχεία και οι δύο
Στην ουσία το ΣτΕ έκρινε ότι η απόδειξη της νομιμότητας ή μη των ποσών που βρίσκει ο φορολογικός έλεγχος στους τραπεζικούς λογαριασμούς βαρύνει τόσο τους ελεγκτές της Εφορίας που πρέπει να αποδείξουν ότι δεν είναι νόμιμα, όσο και τον κάτοχο του λογαριασμού που πρέπει να αποδείξει ότι έχουν αποκτηθεί και φορολογηθεί νομίμως στο παρελθόν.