Με 2,19 εκατομμύρια λιγότερους ανθρώπους σε εργάσιμη ηλικία έως το 2080, η Ελλάδα οδεύει προς μια αγορά εργασίας όπου η παραμονή στην απασχόληση μέχρι τα "βαθιά γεράματα" θα γίνεται ολοένα συχνότερη. Η μέση ηλικία αποχώρησης από την εργασία προβλέπεται να φθάσει τα 68,6 έτη, ενώ περισσότεροι από τους μισούς πολίτες ηλικίας 65-69 ετών θα συμμετέχουν στο εργατικό δυναμικό.
Η έκθεση της Κομισιόν αναδεικνύει τις πιέσεις στο ασφαλιστικό και προδιαγράφουν μια ριζική αλλαγή στη σχέση εργασίας και συνταξιοδότησης.
Η δημογραφική γήρανση δεν αλλάζει μόνο το μέγεθος του πληθυσμού της Ελλάδας, αλλά αναδιαμορφώνει εκ βάθρων και την αγορά εργασίας, μετατοπίζοντας προς τα πάνω τα όρια της επαγγελματικής ζωής και καθιστώντας την απασχόληση μετά τα 65 πολύ πιο συνηθισμένη από ό,τι σήμερα. Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα του Ageing Report 2027 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπου οι μακροχρόνιες προβολές σκιαγραφούν μια οικονομία με αισθητά λιγότερους εργαζομένους και αυξανόμενες ανάγκες συνταξιοδοτικής και υγειονομικής κάλυψης.
Το μέγεθος της μεταβολής είναι ενδεικτικό: ο πληθυσμός ηλικίας 20 έως 64 ετών, που αποτελεί τη βασική δεξαμενή εργατικού δυναμικού, αναμένεται να μειωθεί από 6,01 εκατομμύρια το 2025 σε μόλις 3,82 εκατομμύρια το 2080. Την ίδια στιγμή, η μέση ηλικία αποχώρησης από την αγορά εργασίας προβλέπεται να αυξηθεί κατά σχεδόν τέσσερα χρόνια, ενώ η συμμετοχή των ηλικιών 65-69 ετών στο εργατικό δυναμικό θα υπερτριπλασιαστεί.
Οι προβολές αποτυπώνουν μια βαθιά αλλαγή στις ισορροπίες μεταξύ εργαζομένων και συνταξιούχων. Καθώς οι γενιές που εισέρχονται στην αγορά εργασίας θα είναι αριθμητικά μικρότερες, η μεγαλύτερη παραμονή των μεγαλύτερων ηλικιών στην απασχόληση αναδεικνύεται σε έναν από τους παράγοντες που θα επηρεάσουν τη μελλοντική προσφορά εργασίας και τη χρηματοδότηση του ασφαλιστικού συστήματος.
Στα 68,6 έτη η μέση ηλικία αποχώρησης από την εργασία
Η σταδιακή παράταση του επαγγελματικού βίου αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές προβλέψεις της έκθεσης. Η μέση ηλικία αποχώρησης από την αγορά εργασίας, από 64,9 έτη το 2025, αναμένεται να αυξηθεί στα 65,7 έτη το 2030, στα 66 έτη το 2040 και στα 66,5 έτη το 2050. Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, το 2080 εκτιμάται ότι θα φθάσει τα 68,6 έτη.
Η μεταβολή αυτή συνδέεται με τη μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, τη συρρίκνωση του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας και την αυξανόμενη ανάγκη αξιοποίησης του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού. Η αγορά εργασίας αναμένεται να στηρίζεται όλο και περισσότερο σε εργαζομένους μεγαλύτερης ηλικίας, καθώς η αριθμητική μείωση των νεότερων γενεών θα περιορίζει τις δυνατότητες αναπλήρωσης όσων αποχωρούν.
Πρόκειται για προβολή της μέσης ηλικίας εξόδου από την απασχόληση και όχι για πρόβλεψη ότι το θεσμοθετημένο όριο συνταξιοδότησης θα αυξηθεί αυτομάτως στα 68,6 έτη. Η διάκριση έχει σημασία, καθώς η έκθεση περιγράφει τη μακροχρόνια εξέλιξη της αγοράς εργασίας και όχι κάποια νέα νομοθετική απόφαση για τα όρια συνταξιοδότησης.
Χάνονται 2,19 εκατομμύρια άτομα εργάσιμης ηλικίας
Η βασική αιτία πίσω από αυτή τη μεταβολή είναι η δραματική συρρίκνωση της ηλικιακής ομάδας 20-64 ετών. Το 2025 αριθμούσε περίπου 6,01 εκατομμύρια άτομα, αντιπροσωπεύοντας το 58% του συνολικού πληθυσμού. Με βάση τις προβολές της Κομισιόν, θα περιοριστεί στα 5,87 εκατομμύρια το 2030, στα 5,23 εκατομμύρια το 2040 και στα 4,57 εκατομμύρια το 2050.
Η πτωτική πορεία θα συνεχιστεί και κατά το δεύτερο μισό του αιώνα. Το 2060 ο πληθυσμός εργάσιμης ηλικίας εκτιμάται σε 4,29 εκατομμύρια, το 2070 σε 4,09 εκατομμύρια και το 2080 σε μόλις 3,82 εκατομμύρια.
Σε σύγκριση με το 2025, η απώλεια φθάνει τα 2,19 εκατομμύρια άτομα, δηλαδή περισσότερο από το ένα τρίτο της σημερινής συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας. Η μεταβολή αυτή δημιουργεί ένα διαρκώς στενότερο υπόβαθρο για την παραγωγική δραστηριότητα, την κάλυψη των αναγκών των επιχειρήσεων και τη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφάλισης.
Ανάλογη είναι η εικόνα και για τους απασχολουμένους ηλικίας 20-64 ετών. Από περίπου 4,2 εκατομμύρια το 2025, ο αριθμός τους προβλέπεται να μειωθεί στα 3,8 εκατομμύρια το 2040 και στα 3,4 εκατομμύρια το 2050. Το 2080 εκτιμάται ότι θα έχουν περιοριστεί σε περίπου 2,9 εκατομμύρια.
Περισσότεροι από τους μισούς 65-69 ετών στην αγορά εργασίας
Η πιο εντυπωσιακή αλλαγή στη συμμετοχή των ηλικιακών ομάδων στην απασχόληση αφορά τους πολίτες 65 έως 69 ετών. Το συνολικό ποσοστό συμμετοχής τους στο εργατικό δυναμικό προβλέπεται να αυξηθεί από 17,9% το 2025 σε 24,2% το 2030 και 34,9% το 2040. Το 2050 θα φθάσει το 37,9%, ενώ το 2080 θα εκτιναχθεί στο 53,8%.
Με άλλα λόγια, στο τέλος της περιόδου προβολής περισσότεροι από ένας στους δύο πολίτες αυτής της ηλικιακής ομάδας θα συμμετέχουν στο εργατικό δυναμικό. Η εξέλιξη είναι ακόμη πιο έντονη στους άνδρες, για τους οποίους το ποσοστό συμμετοχής αναμένεται να αυξηθεί από 24,9% το 2025 σε 30,8% το 2030, 38% το 2040 και 42% το 2050. Το 2080 προβλέπεται να φθάσει το 59,6%.
Στις γυναίκες ηλικίας 65-69 ετών, η συμμετοχή αναμένεται να ενισχυθεί από 11,7% το 2025 σε 18,4% το 2030, 32% το 2040 και 34,1% το 2050. Στο τέλος της περιόδου θα διαμορφωθεί στο 47,6%.
Η αύξηση αυτή αποτυπώνει μια αγορά εργασίας στην οποία η ηλικία των 65 ετών δεν θα σηματοδοτεί πλέον τόσο συχνά την οριστική αποχώρηση από την επαγγελματική δραστηριότητα. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι όλοι οι πολίτες αυτής της ηλικίας θα είναι πλήρως απασχολούμενοι, καθώς ο δείκτης αφορά τη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό, δηλαδή τόσο τους απασχολουμένους όσο και όσους αναζητούν εργασία.
Περισσότερη εργασία και στις ηλικίες 55-64 ετών
Η τάση για μεγαλύτερη παραμονή στην απασχόληση δεν περιορίζεται στους άνω των 65 ετών. Η συμμετοχή των πολιτών ηλικίας 55-64 ετών στο εργατικό δυναμικό προβλέπεται επίσης να αυξηθεί σημαντικά.
Στους άνδρες, το ποσοστό συμμετοχής αναμένεται να ενισχυθεί από 75,1% το 2025 σε 77,1% το 2030, 79,9% το 2040 και 81,3% το 2050. Το 2080 θα φθάσει το 85%.
Στις γυναίκες, η άνοδος θα είναι ακόμη πιο αισθητή σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα. Από 53,3% το 2025, η συμμετοχή προβλέπεται να αυξηθεί σε 63% το 2030 και 66,2% το 2040. Το 2050 εκτιμάται σε 63,3%, ενώ το 2080 θα ανέλθει στο 67,9%.
Στο σύνολο του πληθυσμού ηλικίας 55-64 ετών, το ποσοστό συμμετοχής θα αυξηθεί από 63,8% το 2025 σε 69,9% το 2030 και 72,9% το 2040. Το 2050 θα διαμορφωθεί στο 72,4%, ενώ το 2080 θα φθάσει το 77%.
Αλλάζουν οι ισορροπίες εργαζομένων και ηλικιωμένων
Η δημογραφική μεταβολή θα αλλάξει ριζικά και τη σύνθεση του συνολικού πληθυσμού. Οι πολίτες ηλικίας 20-64 ετών, που σήμερα αντιστοιχούν στο 58% του πληθυσμού, προβλέπεται να περιοριστούν στο 57,7% το 2030 και στο 54,1% το 2040. Από το 2050 έως το 2080 το ποσοστό τους θα κινείται περίπου στο 50%.
Αντίθετα, το μερίδιο των πολιτών άνω των 65 ετών θα αυξάνεται σταθερά. Από 23,9% το 2025, θα φθάσει το 25,9% το 2030, το 31,1% το 2040 και το 34,9% το 2050.
Η μετατόπιση αυτή δεν αφορά μόνο τις συντάξεις. Επηρεάζει τη φορολογική βάση, την κατανάλωση, τη ζήτηση για υπηρεσίες υγείας και φροντίδας, αλλά και τη δυνατότητα της οικονομίας να διατηρήσει την παραγωγική της δυναμική.