Οικονομία

Στουρνάρας: Πρόκληση η αύξηση της παραγωγικότητας- Ευνοϊκές οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας


Κατά πλειοψηφία θετική γνωμοδότηση διατύπωσε η Επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων, Τραπεζών, Οργανισμών Κοινής Ωφελείας και Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης στον επαναδιορισμό του Γιάννη Στουρνάρα ως διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας.

«Υπέρ» της τρίτης κατά σειρά ανανέωση της θητείας του κ. Στουρνάρα τάχθηκε η ΝΔ. Καταψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Νέα Αριστερά, Ελληνική Λύση και Πλεύση Ελευθερίας ενώ με το «παρών» για λόγους αρχής τοποθετήθηκαν το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ και το ΚΚΕ.

Στουρνάρας: Πρόκληση η αύξηση της παραγωγικότητας

Ο διοικητής της ΤτΕ, νωρίτερα, απαντώντας στις παρατηρήσεις των βουλευτών απέρριψε ότι υπάρχει απόσταση των αριθμών των δεικτών της οικονομίας από την πραγματικότητα. Εξήγησε ότι «οι μισθοί τα τελευταία έξι χρόνια σε πραγματικούς όρους, εάν αφαιρέσουμε τον πληθωρισμό, έχουν ανέβει περίπου 7,5%, ο δε μέσος πραγματικός αριθμός παραμένει να είναι περίπου σταθερός» Οι μισθοί, παρατήρησε ο κ. Στουρνάρας «προσδιορίζονται από την παραγωγικότητα και εκεί βρίσκεται το ζήτημα. Εάν θέλουμε να αυξήσουμε ταχύτερα τους μισθούς και να συγκλίνουμε με την υπόλοιπη Ευρώπη θα πρέπει να αυξήσουμε την παραγωγικότητα, και αυτό γίνεται με επενδύσεις και με μεταρρυθμίσεις». Η έμφαση είπε ο διοικητής της ΤτΕ που θα πρέπει να δοθεί από τώρα και στο εξής είναι «στην αυξημένη παραγωγή εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών».

Για τις ενεργειακές επιλογές, ο κ. Στουρνάρας ανέφερε ότι «όντως η Ελλάδα εξαρτάται αρκετά από το πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής, παρόλο που υπάρχει πολύ μεγάλη βελτίωση σε "πράσινη" ενέργεια» και πρότεινε ότι εφεξής «θα πρέπει να δώσουμε έμφαση σε αποθηκευτικούς χώρους και στα δίκτυα για να μην χάνεται η ενέργεια των ΑΠΕ». Παράλληλα παρατήρησε πως «δεν αληθεύει αυτό που λέγεται ότι είμαστε ως χώρα η ακριβότερη χώρα σε ηλεκτρική ενέργεια στην Ευρώπη. Αυτό μπορεί να ίσχυε πριν μερικά χρόνια, σήμερα δεν ισχύει αυτό».

Το γεγονός ότι ο πληθωρισμός είναι μεγαλύτερος κατά 1% από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, το απέδωσε κατά κύριο λόγο στο ότι «στην Ελλάδα έχουμε υπερβάλλουσα ζήτηση από την υπόλοιπη Ευρώπη η οποία έχει υπερβάλλουσα προσφορά».

Τράπεζες

Για τον αναβαλλόμενο τραπεζικό φόρο, ο διοικητής της ΤτΕ είπε ότι «ήδη οι τράπεζες δίνουν το 29% επί του μερίσματος», ότι επιταχύνεται η απόσβεση κατά δέκα έτη και σημείωσε ότι θα ήταν ευχής έργο η επιτάχυνση του αναβαλλόμενου φόρου νομοθετικά και να μην είναι απλώς μια απόφαση των τραπεζών αλλά να νομοθετηθεί.

Για τις τραπεζικές χρεώσεις και τα υπερκέρδη τους, ο κ. Στουρνάρας είπε ότι «στις τραπεζικές προμήθειες οι ελληνικές τράπεζες ως ποσοστό έχουν από τις χαμηλότερες χρεώσεις στην Ευρώπη, τα δε κέρδη τους έχουν επιστρέψει εδώ και δύο χρόνια, μετά από 12 χρόνια που είχαν αρνητική κερδοφορία. Από πέρυσι οι τράπεζες άρχισαν να αποδίδουν μέρισμα στους μετόχους τους». Επισήμανε δε πως «οι τράπεζες για να συνεχίσουν να παρέχουν υπηρεσίες, αυτές θα πρέπει να τιμολογούνται» καθώς σε αντίθετη περίπτωση «θα σταματήσουν να τις παρέχουν». Η λύση κατά την ΤτΕ, ανέφερε ο κ. Στουρνάρας, είναι «η αύξηση του ανταγωνισμού. Εκεί δώσαμε όλη την έμφαση, για αυτό φτιάξαμε τον πέμπτο πόλο - και βλέπετε τώρα να υπάρχουν νέα προϊόντα».

Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με τη πορεία της Creta Bank είπε ότι «δεν θα μπορούσε να πάει καλύτερα. Πήραμε μια τράπεζα που όλοι θεωρούσαν ότι θα έπρεπε να κλείσει και την έχουμε κάνει ένα βασικό στοιχείο ανταγωνισμού στην οικονομία».

Τράπεζες με κέρδη, είπε ο διοικητής της ΤτΕ ,«σημαίνει επαρκή κεφάλαια άρα μεγαλύτερη πιστωτική επέκταση, αντίθετα τράπεζες χωρίς κέρδη σημαίνει ότι αυτές δεν θα μπορούν να χρηματοδοτήσουν την οικονομία». Σήμερα, προσέθεσε, αυτό που ζητάμε από τις τράπεζες, είναι δύο πράγματα και το έχουμε καταφέρει απόλυτα. «Να προστατευτούν οι καταθέσεις -κατά τη διάρκεια της κρίσης δεν χάθηκε ούτε ένα ευρώ- και να υπάρχει σημαντική χρηματοδοτική επέκταση- που στον ιδιωτικό τομέα τρέχει με ρυθμό 10-12%, όταν στην υπόλοιπη Ευρώπη κινείται στο 3%».

Ο διοικητής της ΤτΕ αναφέρθηκε και στις εθελοντικές χορηγίες των τραπεζών λέγοντας πως τα τελευταία χρόνια είναι υψηλές και αυτό εκτίμησε πως «είναι πολύ πιο επωφελές και χρήσιμη από μια έκτακτη φορολόγηση».

Για τα καταναλωτικά δάνεια, ο κ. Στουρνάρας είπε ότι «νομοθετείται και θα μπει όριο, πλαφόν χρέωσης, στο ποσοστό αποπληρωμής του συνολικού δανείου σε σχέση με το αρχικό κεφάλαιο που εκχωρήθηκε στον δανειολήπτη. Όλες οι χώρες της Ευρώπης σήμερα αυτό κάνουν. Βάζουν ένα όριο σχετικά με το αρχικό κεφαλαίου του δανείου».

Ένταση υπήρχε μεταξύ του διοικητή της ΤτΕ και του αγορητή του ΣΥΡΙΖΑ Νίκου Παππά αναφορικά με τα διαχειριστικά σχέδια των Servicer, με τον κ. Στουρνάρα να αναφέρει ότι «ο κ. Ζαννιάς ουδέποτε έχει μιλήσει για ρευστοποιήσεις ακινήτων κόκκινων δανείων, άλλωστε αυτές δεν τις θέλουμε γιατί κοστίζουν» και υποστήριξε ότι «αυτά τα επιχειρησιακά σχέδια είναι απόρρητα, σύμφωνα με το νόμο, όπως και των επιχειρήσεων. Υπάρχουν όμως εποπτικοί κανόνες για αυτά». Ο κ. Παππάς είπε ότι η απάντηση αυτή δεν έχει νομική βάση καθώς οι servicers τελούν υπό την εποπτεία της ΤτΕ.

Ιδιωτικό Χρέος

Για το Ιδιωτικό Χρέος των 223 δισ. ευρώ, ο κ. Στουρνάρας ανέφερε ότι «τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια είναι σήμερα στα 70 δισ. ευρώ και έχουν μειωθεί πολύ. Το 2018 τα μη εξυπηρετούμε δάνεια σε τράπεζες και σε διαχειριστικές εταιρείες συνολικά ήταν περίπου 100 δισ. ευρώ. Έχουμε μια συνολική μείωση, όπως επίσης σήμερα δάνεια που ήταν σε διαχειριστικές εταιρείες από ”κόκκινα” ”πρασίνισαν” και επιστρέφουν στις τράπεζες. Αυτή είναι μια πολύ σημαντική πρόοδος».

Αποπληρωμή Χρέους

Για την πρόωρη αποπληρωμή των δανείων, ο διοικητής της ΤτΕ είπε ότι «εμείς συμφωνούμε στην πολιτική αυτή καθώς αυτό σημαίνει μείωση του Χρέους και όχι ως ποσοστό του ΑΕΠ αλλά μείωση και σε απόλυτους όρους. Ήδη από την στιγμή που ξεκίνησε αυτή η πολιτική το ελληνικό σπρέντ σε σχέση με το γερμανικό έχει διαφορά πάνω από 125 μονάδες βάσης.

Εάν αυτό το πολλαπλασιάσετε στο σύνολο του Χρέους μας που είναι 340 δισ. ευρώ, θα δείτε ποιο είναι το όφελος αυτής της πολιτικής». Ειδικά παρατήρησε ότι για το GLF «που είναι το ακριβότερο δάνειο που έχουμε είναι πολύ σημαντικό που το αποπληρώνουμε νωρίτερα» σύμφωνα με την εκτίμηση της ΤτΕ. Επίσης χαρακτήρισε θετικό που τα πλεονάσματα των ασφαλιστικών οργανισμών μεταφέρονται στην ΤτΕ και αυτά χρησιμοποιούνται από το Δημόσιο.

Στέγη

Για την στεγαστική κρίση, ο διοικητής της ΤτΕ αναγνώρισε ότι «σαφώς υπάρχει». «Είναι ένα τίμημα -εάν θέλετε- ότι έχουμε πολύ μεγάλη προσέλκυση ξένων κεφαλαίων που ένα κομμάτι τους πηγαίνει σε ακίνητα και οι τιμές τους ανεβαίνουν. Οι τιμές των ακινήτων έχουν ανέβει περισσότερο από τους μισθούς» είπε, σημείωσε πως «η λύση είναι να αυξηθεί η προσφορά κατοικίας, μέσα από στοχευμένες πολιτικές» ενώ επισήμανε ότι στην Ελλάδα έχουμε πολύ υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης (πάνω από 70% του μέσου όρου της Ευρώπης).

«Η κρίση μας άφησε ένα αποτύπωμα που μας ακολουθεί αλλά σε μικρότερο βαθμό, υπάρχει βελτίωση» είπε ο διοικητής της ΤτΕ και ανέφερε ότι «σύμφωνα με τον δείκτη Ευημερίας των Ηνωμένων Εθνών που μετρά και άλλους παράγοντες όπως είναι η Υγεία και η Παιδεία, η Ελλάδα είναι στο 16% και βρισκόμαστε στο πάνω τμήμα της λίστα των χωρών στον κόσμο».

Οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας «παραμένουν ευνοϊκές»

Ο διοικητής της ΤτΕ κατά την αρχική του τοποθέτηση ανέφερε πως «η κεντρική πρόκληση για την Ελλάδα είναι να μετατρέψει τη σημερινή μακροοικονομική σταθερότητα σε υψηλότερη παραγωγικότητα, περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις και ταχύτερη πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη». Επισήμανε πως «οι κίνδυνοι για την παγκόσμια και την ευρωπαϊκή οικονομία έχουν ενταθεί», «οι γεωπολιτικές εξελίξεις εντείνουν τους κινδύνους στασιμοπληθωριστικών πιέσεων, με ταυτόχρονη μείωση των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης».

Η αβεβαιότητα, είπε, «οδηγεί σε αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και της μεταβλητότητας στις χρηματοπιστωτικές αγορές, διατηρώντας υψηλό τον κίνδυνο απότομης διόρθωσης των τιμών των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων διεθνώς». Η επίπτωση στα μακροοικονομικά μεγέθη και στη χρηματοοικονομική κατάσταση επιχειρήσεων και νοικοκυριών είπε πως «θα καθοριστεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια του κλεισίματος του Στενού του Ορμούζ και από την συνολική ένταση της σύρραξης» και προσέθεσε:

«Η συγκυρία αυτή διαμορφώνει μια εξαιρετικά λεπτή ισορροπία για τη νομισματική πολιτική: από τη μία πλευρά, είναι αναγκαία η διασφάλιση της επιστροφής του πληθωρισμού στον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%, ενώ από την άλλη πρέπει να αποφευχθεί μια υπερβολικά περιοριστική νομισματική κατεύθυνση που θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα και τις επενδύσεις».

Η ελληνική οικονομία είπε «αναπτύχθηκε με ικανοποιητικό ρυθμό και το 2025, παρά τις προκλήσεις που απορρέουν από το διεθνές περιβάλλον. O ετήσιος ρυθμός αύξησης του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος διαμορφώθηκε σε 2,1% (στο ίδιο επίπεδο με το 2024) και υψηλότερα σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης (1,4%). Η μεγέθυνση της οικονομικής δραστηριότητας στηρίχθηκε κυρίως στην άνοδο των επενδύσεων (που κατέγραψαν σχεδόν διπλάσιο ρυθμό αύξησης σε σχέση με το 2024) και της ιδιωτικής κατανάλωσης, ενώ θετική ήταν και η συμβολή του εξωτερικού τομέα. Η σημαντική ενίσχυση της επενδυτικής δραστηριότητας βελτίωσε τον λόγο επενδύσεων προς ΑΕΠ, υποδηλώνοντας τη σταδιακή εξάλειψη του επενδυτικού κενού της προηγούμενης περιόδου.

Παράλληλα, οι ξένες άμεσες επενδύσεις κατέγραψαν ιστορικώς υψηλό επίπεδο, αντανακλώντας τη βελτίωση του επενδυτικού κλίματος και της εμπιστοσύνης των διεθνών επενδυτών προς την ελληνική οικονομία. Επιπρόσθετα, η απασχόληση ενισχύθηκε το 2025, με ηπιότερο όμως ρυθμό σε σχέση με το 2024. Ο πληθωρισμός, όπως μετριέται από τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ), υποχώρησε οριακά στο 2,9% το 2025, έναντι 3,0% το 2024, παραμένοντας σημαντικά υψηλότερος από τον μέσο όρο των χωρών της ζώνης του ευρώ (2,1%)».

Οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, επισήμανε ο κ. Στουρνάρας «παραμένουν ευνοϊκές. Ωστόσο, η πρόσφατη έξαρση της γεωπολιτικής αβεβαιότητας εκτιμάται ότι θα μετριάσει τη δυναμική της ανάπτυξης το 2026. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας του περασμένου Μαρτίου, η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,9% το 2026 και ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε 3,1%. Οι κίνδυνοι που περιβάλλουν τις προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος για την οικονομική δραστηριότητα είναι κυρίως καθοδικοί ενώ για τον πληθωρισμό είναι ανοδικοί και αφορούν πρωτίστως τις τρέχουσες διεθνείς γεωπολιτικές εντάσεις, ιδίως τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.

Η διάρκεια και η ένταση της σύρραξης θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τις προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης σε εγχώριο επίπεδο. Εντούτοις, η ελληνική οικονομία εμφανίζει σήμερα μεγαλύτερη ικανότητα απορρόφησης εξωτερικών διαταραχών, χάρη στα ισχυρότερα θεμελιώδη μεγέθη, που αφορούν τον δημοσιονομικό και τον χρηματοπιστωτικό τομέα, τις μεταρρυθμίσεις που πραγματοποιούνται και τη συσσωρευμένη εμπειρία από τη διαχείριση διαδοχικών κρίσεων».

Διαβαστε επισης