Οικονομία

Στουρνάρας: Ο πόλεμος θα επιβραδύνει την ανάπτυξη το 2026 - Οι εκτιμήσεις για τον πληθωρισμό


Επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας που θα διαμορφωθεί στο 1,9% το 2026, ως απόρροια των αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων και δη του πολέμου στο Ιράν, προβλέπει η Τράπεζα της Ελλάδος.

Με βάση την αμέσως προηγούμενη εκτίμηση της κεντρικής τράπεζας, η μεγέθυνση του πραγματικού ΑΕΠ θα έφτανε εφέτος το 2,1%.

Σ’ ό,τι αφορά στον πληθωρισμό, η πορεία αποκλιμάκωσης εκτιμάται ότι θα ανακοπεί το 2026, εξαιτίας της αναζωπύρωσης των εξωγενών πιέσεων στο κόστος από τις διεθνείς αγορές ενέργειας.

Ο γενικός πληθωρισμός προβλέπεται να αυξηθεί στο 3,1% και να παραμείνει υψηλότερος από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.

Αντίθετα, ο πυρήνας του πληθωρισμού αναμένεται να συνεχίσει να αποκλιμακώνεται, υποχωρώντας στο 3,0%, ως αποτέλεσμα της σταδιακής επιβράδυνσης του πληθωρισμού των υπηρεσιών.

Παρά τον μετριασμό του ρυθμού μεγέθυνσης, η ελληνική οικονομία αναμένεται να εξακολουθήσει να αναπτύσσεται ταχύτερα από ό,τι η ζώνη του ευρώ, επιβεβαιώνοντας την ενισχυμένη ανθεκτικότητά της και συνεχίζοντας τη διαδικασία πραγματικής σύγκλισης.

Σύμφωνα με τα όσα είπε ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας στη γενική συνέλευση των μετόχων, οι επενδύσεις εκτιμάται ότι θα παραμείνουν ο βασικός μοχλός της ανάπτυξης, με στήριξη από τους πόρους του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, την πιστωτική επέκταση και τις ξένες άμεσες επενδύσεις.

Η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να συνεχίσει να αυξάνεται, υποστηριζόμενη από την άνοδο της απασχόλησης, των μισθών και του διαθέσιμου εισοδήματος, αν και με κάπως ηπιότερο ρυθμό σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

Όσον αφορά την αγορά εργασίας, οι προοπτικές παραμένουν ευνοϊκές, με περαιτέρω ενίσχυση της απασχόλησης και υποχώρηση του ποσοστού ανεργίας στο 8,2%.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δεν αναμένεται να βελτιωθεί περαιτέρω το 2026, καθώς θα επηρεαστεί από αντίρροπες δυνάμεις στο εξωτερικό περιβάλλον.

Από τη μια πλευρά, οι εξαγωγές αγαθών, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις, οι εισροές ευρωπαϊκών πόρων και οι ξένες άμεσες επενδύσεις αναμένεται να στηρίξουν τη συνολική εξωτερική θέση της οικονομίας. Από την άλλη πλευρά, η άνοδος των διεθνών τιμών της ενέργειας, η αύξηση των εισαγωγών επενδυτικών αγαθών και η επανεμφάνιση πληθωριστικών πιέσεων αναμένεται να επιβαρύνουν το εμπορικό ισοζύγιο.

Οι προοπτικές του εξωτερικού ισοζυγίου εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από τη διάρκεια και την ένταση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, καθώς και από την επίδρασή τους στην παγκόσμια ζήτηση, στον τουρισμό και στις διεθνείς τιμές της ενέργειας. Σε κάθε περίπτωση, το επίμονο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να παραμείνει η βασική πηγή ευπάθειας για την ελληνική οικονομία και το 2026.

Υψηλά πλεονάσματα και απομείωση του χρέους

Στον δημοσιονομικό τομέα, η ισχυρή διαρθρωτική θέση της χώρας παρέχει μεγαλύτερη ευελιξία για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της νέας κρίσης, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η δημοσιονομική σταθερότητα.

Η σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή των προηγούμενων ετών, σε συνδυασμό με τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και την ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους, έχει ενισχύσει την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής.

Τα ευνοϊκά χαρακτηριστικά του δημόσιου χρέους και τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα λειτουργούν ως πρόσθετη ασπίδα απέναντι σε ενδεχόμενες αναταράξεις στις χρηματοπιστωτικές συνθήκες.Τα δημοσιονομικά μεγέθη προβλέπεται να παραμείνουν σε υγιή επίπεδα και το 2026, με διατήρηση υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος (περίπου 3,2% του ΑΕΠ) και οριακά πλεονασματικό συνολικό αποτέλεσμα, ενώ η πτωτική πορεία του δημόσιου χρέους αναμένεται να συνεχιστεί.

Οι προοπτικές των τραπεζών

Αναφορικά με τις προοπτικές του χρηματοπιστωτικού τομέα, ο κ. Στουρνάρας ανέφερε τα ακόλουθα:

Η τραπεζική χρηματοδότηση της οικονομίας αναμένεται να διατηρήσει την ανοδική της πορεία, με στήριξη από την αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, το σχετικά ευνοϊκότερο περιβάλλον επιτοκίων και τη συνεχιζόμενη αξιοποίηση ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών πόρων, ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τη στεγαστική πίστη. Ωστόσο, η αυξημένη αβεβαιότητα και τυχόν αυστηροποίηση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών ενδέχεται να μετριάσουν τη δυναμική αυτή.

Οι καταθέσεις αναμένεται επίσης να συνεχίσουν να αυξάνονται, ακολουθώντας την πορεία της οικονομίας, της αγοράς εργασίας και του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Παρ’ όλα αυτά, τα πολύ χαμηλά επιτόκια καταθέσεων περιορίζουν την ελκυστικότητά τους και ενισχύουν τη μετατόπιση αποταμιευτικών πόρων προς εναλλακτικές τοποθετήσεις.

Όσον αφορά τις τράπεζες, οι προοπτικές παραμένουν θετικές, καθώς οι ισχυρές επιδόσεις του 2025 δημιουργούν ευνοϊκές προϋποθέσεις για περαιτέρω ενίσχυση της ανθεκτικότητας, της κερδοφορίας και της κεφαλαιακής τους βάσης. Ωστόσο, η τρέχουσα γεωπολιτική αβεβαιότητα αποτελεί παράγοντα κινδύνου για το κόστος χρηματοδότησης, την ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου και τη δυναμική της πιστωτικής επέκτασης.

Η πολιτική σταθερότητα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα οικονομικής ανθεκτικότητας

Την ανάγκη διασφάλισης της πολιτικής σταθερότητας ειδικά σε αυτή την συγκυρία όπου επικρατεί διεθνώς αυξημένη αβεβαιότητα εξαιτίας του πολέμου στην Μ. Ανατολή υπογράμμισε ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος κατά την ομιλία του στη διάρκεια της ετήσιας Γενικής Συνέλευσης.

Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά «σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας η πολιτική σταθερότητα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα οικονομικής ανθεκτικότητας. Η εμπειρία των τελευταίων ετών καταδεικνύει ότι η πολιτική σταθερότητα και ένα προβλέψιμο θεσμικό περιβάλλον είναι καθοριστικής σημασίας για τη διατήρηση της μακροοικονομικής ισορροπίας και για την αποτελεσματική διαχείριση εξωγενών κρίσεων.»

Διαβαστε επισης