Χρηστικά

Στο ΣτΕ η εισφορά υπέρ της ανεργίας που επιβάλλεται στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων


Το Συμβούλιο της Επικρατείας καλείται να αποφανθεί για τη συνέχιση της επιβολής της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας, που επιβάλλεται στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς και σε όλους τους υπαλλήλους του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Κατόπιν προσφυγής υπαλλήλου το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά, με την υπ. αριθμ. Α771/2026 απόφασή του, υποβάλει προδικαστικά ερωτήματα στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Η απόφαση του ΣτΕ είναι κρίσιμη, καθώς ενδεχόμενη κρίση περί αντισυνταγματικότητας ή εσφαλμένης διαδικασίας επιβολής της εισφοράς θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για μαζικές διεκδικήσεις επιστροφών των ποσών που έχουν καταβληθεί από εργαζομένους του Δημοσίου.

Παράλληλα, θα δημιουργήσει νομικό προηγούμενο σχετικά με τη διατήρηση έκτακτων φορολογικών μέτρων μετά τη λήξη των συνθηκών που δικαιολόγησαν την αρχική επιβολή τους.

Τι είναι η εισφορά

Η συγκεκριμένη εισφορά θεσμοθετήθηκε τα πρώτα χρόνια των μνημονίων το 2011 και ανέρχεται σε 2% επί των τακτικών αποδοχών, πρόσθετων αμοιβών και αποζημιώσεων, με στόχο την ενίσχυση των πόρων για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων για την αύξηση της απασχόλησης και τη μείωση της ανεργίας, για υπαλλήλους του δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., και υπαλλήλους Ο.Τ.Α.

Ετησίως αποδίδει στον προϋπολογισμού το ποσό των 280 εκατ. ευρώ και είναι ένα έσοδο το οποίο δεν θέλει να χάσει η κυβέρνηση και για το λόγο αυτό, μετά από 15 χρόνια και 8 χρόνια μετά την έξοδο από τα μνημόνια τη διατηρεί ανέπαφη.

Υπάλληλοι του δημοσίου έχουν προσφύγει κατά καιρούς στα δικαστήρια για την κατάργησή της, υποστηρίζοντας, ότι μετά την κρίση και με την ανεργία να κινείται σταθερά σε πτωτική τροχιά, θεωρούν ότι ο σκοπός της έχει εκλείψει αφενός γιατί δεν είναι ανταποδοτική για τους δημοσίους υπαλλήλους και αφετέρου διότι έχουν χάσει και τον 13ο και  14ο μισθό, ενώ οι αυξήσεις που παίρνουν είναι παρακολούθημα της αύξησης του κατώτατου μισθού τη στιγμή που η αγοραστική δύναμη των μισθών στην Ελλάδα είναι σε χαμηλότερη θέση σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρωζώνη.

Τα προδικαστικά ερωτήματα στο ΣτΕ

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο ζητεί πλέον από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο να αποσαφηνίσει τόσο το κατάλληλο ένδικο βοήθημα που διαθέτουν οι πολίτες για να διεκδικήσουν επιστροφή ποσών που θεωρούν ότι καταβλήθηκαν αχρεωστήτως, όσο και τη συνταγματικότητα της διατήρησης της εισφοράς. Ειδικότερα τα προδικαστικά ερωτήματα που τίθενται προς το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι τα ακόλουθα:

1. Ποιο αποτελεί το κατά νόμο ένδικο βοήθημα για την ικανοποίηση αξιώσεων του φορολογουμένου, προερχόμενων από μη νόμιμη επιβολή ή αχρεώστητη καταβολή της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας του άρθρου 38 παρ. 2 περ. α΄ ν.3986/2011, δεδομένου του τρόπου προσδιορισμού και είσπραξής της; 

Το ερώτημα αφορά στο ποια είναι η νόμιμη δικαστική οδός για την ικανοποίηση αξιώσεων φορολογουμένων που θεωρούν ότι η εισφορά επιβλήθηκε παράνομα ή καταβλήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία και το δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν οι σχετικές αξιώσεις πρέπει να ασκούνται με αγωγή αποζημιωτικού χαρακτήρα ή με προσφυγή κατά διοικητικής πράξης, λαμβάνοντας υπόψη τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο η εισφορά υπολογίζεται και εισπράττεται μέσω της μισθοδοσίας. Η απάντηση του ΣτΕ αναμένεται να έχει καθοριστική σημασία για χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους και συνταξιούχους που ενδέχεται να επιδιώξουν επιστροφές παρακρατηθέντων ποσών.

2Α. Σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι το κατά νόμο ένδικο βοήθημα για την παροχή δικαστικής προστασίας έναντι της ένδικης εισφοράς είναι η αγωγή, σε ποιας διοικητικής πράξης την παρανομία οφείλει να θεμελιωθεί η αξίωση αποκατάστασης του ενάγοντος: στην οικεία μισθολογική κατάσταση του μισθοδοτούμενου, στο μηνιαίο εκκαθαριστικό σημείωμα που εκδίδεται από την Ε.Α.Π. ή σε τυχόν άλλη πράξη;

2Β. Σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι το κατά νόμο ένδικο βοήθημα για την παροχή δικαστικής προστασίας έναντι της ένδικης εισφοράς είναι η προσφυγή, με ποιες δικονομικές οδούς παρίσταται επιτρεπτή, εναλλακτικά ή αποκλειστικά, η αμφισβήτηση της επιβολής της; Ειδικότερα, η αμφισβήτηση της ένδικης επιβάρυνσης δύναται να επιδιωχθεί από τον μισθοδοτούμενο: α) με την άσκηση – κατά τις πάγιες διατάξεις ή κατά τα οριζόμενα για τις φορολογικές διαφορές – προσφυγής κατά της οικείας μισθολογικής κατάστασης του μισθοδοτούμενου ή του εκδιδομένου από την Ε.Α.Π. μηνιαίου εκκαθαριστικού σημειώματος ή β) i) με την τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται στον ΚΦΔιαδ, η οποία εκκινεί με την υποβολή τροποποιητικής φορολογικής δήλωσης ή φορολογικής δήλωσης επιφύλαξης, συνεχίζεται με την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής κατά της τυχόν απόρριψης των ανωτέρω δηλώσεων και τελειούται με την άσκηση (φορολογικής) προσφυγής του ΚωδΔιοικΔ, στρεφόμενης κατά της απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών ή της σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής από την τελευταία ή ii) με την άσκηση ευθέως προσφυγής ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, με αίτημα τη μερική ανάκληση της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος λόγω νομικής πλάνης;

3. H διατήρηση κατά τον ένδικο χρόνο (6ος/2025) της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας, αν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Διαβαστε επισης