Οικονομία

Στην Ευρώπη που γερνά, νέοι και ηλικιωμένοι αναγκάζονται να συγκρούονται για πόρους


Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια εντεινόμενη σύγκρουση γενεών. Οι νέοι ζητούν επενδύσεις στην εκπαίδευση, εργασία και προσιτή στέγη, ενώ οι μεγαλύτεροι υπερασπίζονται συντάξεις και περιουσιακά στοιχεία. Με τη γήρανση του πληθυσμού και την οικονομική ανάπτυξη να παραμένει ασθενική, η κατανομή των δημόσιων πόρων μετατρέπεται σε πολιτικό πεδίο αντιπαράθεσης.

Η νεανική οργή έχει αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια σε ισχυρή πολιτική δύναμη, με κινητοποιήσεις που έχουν ανατρέψει κυβερνήσεις στο Μπανγκλαντές, στο Νεπάλ, στο Περού και στη Μαδαγασκάρη. Στην Ινδία, οι διαδηλώσεις νέων έχουν ήδη οδηγήσει στην παραίτηση του υπουργού Παιδείας.

Στην Ευρώπη τα πράγματα διαφέρουν: οι νέοι διαδηλώνουν για τις υποβαθμισμένες σχολικές υποδομές, την ανεργία και το κόστος στέγασης, αλλά διεκδικούν τη θέση τους σε κοινωνίες όπου το δημογραφικό βάρος και η πολιτική επιρροή μετατοπίζονται προς τις μεγαλύτερες ηλικίες.

Πίσω από τις κινητοποιήσεις διαμορφώνεται μια σύγκρουση για το ποιος ωφελείται από τους περιορισμένους οικονομικούς πόρους, όπως επισημαίνει η Αμάντα Τάουμπ στους New York Times.

Ένα οικονομικό παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος

Η Γαλλία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι πρόσφατες διαδηλώσεις νέων για την κατάσταση των σχολείων και την έλλειψη εκπαιδευτικών θυμίζουν τις μαζικές κινητοποιήσεις του 2023, όταν η κυβέρνηση του Εμανουέλ Μακρόν επιχείρησε να αυξήσει το όριο συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη. Τότε, οι διαδηλωτές υπερασπίζονταν τις παροχές των μεγαλύτερων γενεών. Σήμερα, οι νεότεροι ζητούν περισσότερους πόρους για τη δική τους εκπαίδευση και τις προοπτικές τους. Οι δύο διεκδικήσεις στρέφονται προς το ίδιο κράτος, αλλά αφορούν διαφορετικές προτεραιότητες, σε μια χώρα με υψηλό δημόσιο χρέος και περιορισμένα περιθώρια δημοσιονομικών ελιγμών.

Το φαινόμενο δεν παρατηρείται μόνο στη Γαλλία. Από την Ισπανία έως τη Βρετανία και το Βέλγιο, η δυσαρέσκεια συνδέεται με την κατοικία, την απασχόληση, τις συντάξεις και την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών. Κοινός παρονομαστής είναι η αδύναμη οικονομική ανάπτυξη, που δυσκολεύει τη δημιουργία νέου πλούτου και εντείνει τον ανταγωνισμό για τη διανομή του.

Ο Τιμ Βλάντας, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, περιγράφει αυτή τη συνθήκη με τον όρο «γεροντονομία» (gerontonomia): μια μορφή οικονομικής στασιμότητας που διατηρείται μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, καθώς οι προτεραιότητες των μεγαλύτερων ηλικιακών ομάδων αποκτούν αυξημένη βαρύτητα.

Κοινός παρονομαστής είναι η αδύναμη οικονομική ανάπτυξη, που δυσκολεύει τη δημιουργία νέου πλούτου και εντείνει τον ανταγωνισμό για τη διανομή του

Οι ανάγκες των δύο πλευρών διαφέρουν.

  • Οι νεότεροι χρειάζονται επενδύσεις στην εκπαίδευση, περισσότερες θέσεις εργασίας και προσιτή κατοικία.
  • Οι συνταξιούχοι έχουν ισχυρότερο ενδιαφέρον για τη διατήρηση των συντάξεων, την πρόσβαση στην κοινωνική φροντίδα, την αξία των ακινήτων και την προστασία των αποταμιεύσεών τους από τον πληθωρισμό.

Καμία από αυτές τις ανάγκες δεν είναι από μόνη της παράλογη. Όταν, όμως, η ανάπτυξη είναι χαμηλή και ο δανεισμός ακριβός, η χρηματοδότησή τους γίνεται δυσκολότερη, με αποτέλεσμα οι επιλογές των κυβερνήσεων να δημιουργούν νικητές και χαμένους ανάμεσα στις γενιές.

Γαλλία και Ισπανία: Το δημογραφικό αποτύπωμα στην οικονομία

Στη Γαλλία, η ανεργία των νέων διαμορφώνεται περίπου στο 20%, ενώ η οικονομική ανάπτυξη μηδενίστηκε το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Οι συνταξιοδοτικές δαπάνες αντιστοιχούν περίπου στο ένα τέταρτο των συνολικών δημόσιων δαπανών. Ωστόσο, η πολιτική διάθεση για νέες αλλαγές παραμένει περιορισμένη. Η αύξηση των δαπανών για την εκπαίδευση και η διατήρηση των συντάξεων παρουσιάζονται συχνά ως στόχοι που μπορούν να συνυπάρξουν, αλλά η εξεύρεση των αναγκαίων πόρων παραμένει γρίφος. Οι αυξημένες ανησυχίες για το δημόσιο χρέος περιορίζουν τα περιθώρια νέου δανεισμού, ενώ οι φόροι στον πλούτο δεν έχουν αποδώσει μέχρι σήμερα τα μεγάλα έσοδα που προσδοκούσαν ορισμένοι υποστηρικτές τους.

Στην Ισπανία, όπου ο πληθυσμός συγκαταλέγεται στους γηραιότερους της Ευρώπης, η στεγαστική κρίση έχει αναδειχθεί σε βασική πηγή κοινωνικής έντασης. Οι αντιδράσεις για το κόστος κατοικίας συνέβαλαν στην απόφαση του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ να προκηρύξει πρόωρες εκλογές. Στο επίκεντρο των κινητοποιήσεων βρέθηκε ακόμη και μία 87χρονη ενοικιάστρια, όμως το ζήτημα κινητοποιεί ιδιαίτερα τους νέους. Η ανεργία τους ξεπερνά το 22%, ενώ οι τιμές των κατοικιών έχουν αυξηθεί πολύ ταχύτερα από τους μισθούς.

Έτσι, πολλοί αναγκάζονται να παραμένουν στο πατρικό τους μέχρι και μετά τα 30 ή να διαθέτουν μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους για ενοίκιο, δυσκολευόμενοι να αποταμιεύσουν και να αποκτήσουν δική τους κατοικία. Την ίδια στιγμή, η άνοδος των ακινήτων ενισχύει την περιουσία όσων τα έχουν ήδη στην κατοχή τους, οι οποίοι είναι συχνότερα μεγαλύτερης ηλικίας.

Η Βρετανία και το πολιτικό κόστος των συντάξεων

Στη Βρετανία, η ανεργία των νέων βρίσκεται περίπου στο 16%, χαμηλότερα από ό,τι στη Γαλλία και στην Ισπανία. Το κόστος στέγασης, ωστόσο, παραμένει υψηλό, ιδιαίτερα στο Λονδίνο και στις γύρω περιοχές, όπου συγκεντρώνεται μεγάλο μέρος της αύξησης της απασχόλησης. Παράλληλα, το λεγόμενο «τριπλό κλείδωμα» (triple lock) διασφαλίζει εδώ και χρόνια ότι οι συντάξεις αυξάνονται με βάση τον ευνοϊκότερο από τρεις δείκτες: τον πληθωρισμό, την αύξηση των μισθών ή το 2,5%. Η πολιτική αυτή προστατεύει τα εισοδήματα των συνταξιούχων, αλλά δημιουργεί μακροχρόνιες πιέσεις στις δημόσιες δαπάνες.

Σε πρόσφατη ομιλία του, ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ δεσμεύτηκε να αναθεωρήσει το σύστημα, το οποίο θεωρούνταν για χρόνια πολιτικά απρόσβλητο. Η εξαγγελία προκάλεσε αντιδράσεις, με συνδικαλιστικό εκπρόσωπο να χαρακτηρίζει τη δέσμευση σχεδόν εκλογική αυτοκτονία. Ο Μπέρναμ υποστήριξε, πάντως, ότι οι εξοικονομήσεις θα κατευθυνθούν στην κοινωνική φροντίδα ενηλίκων, η οποία ωφελεί σε μεγάλο βαθμό και τους ηλικιωμένους.

Η περίπτωση αποτυπώνει το πολιτικό δίλημμα: ακόμη και όταν μια αλλαγή παρουσιάζεται ως ανακατανομή πόρων εντός του ίδιου κοινωνικού συστήματος, η αναμόρφωση των συνταξιοδοτικών παροχών παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητη υπόθεση.

Γιατί οι μεγαλύτερες γενιές έχουν ισχυρότερη φωνή

Η αυξανόμενη επιρροή των μεγαλύτερων ηλικιών δεν εξηγείται μόνο από τη δημογραφία. Ο Κέβιν Αρσενό, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Sciences Po στο Παρίσι, επισημαίνει ότι τα πολιτικά κόμματα και τα συνδικάτα έχουν ισχυρά κίνητρα να προστατεύουν τους ηλικιωμένους, καθώς αποτελούν σημαντικό μέρος των μελών τους και των εκλογικών τους συμμαχιών. Οι μεγαλύτερες γενιές διαθέτουν επίσης συχνότερα περιουσιακά στοιχεία και σταθερό εισόδημα, ενώ η συμμετοχή τους στις εκλογές μπορεί να τους προσφέρει μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα σε σχέση με νεότερες ηλικιακές ομάδες.

Υπάρχει, επιπλέον, μια αντίφαση στον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η κοινωνική προστασία.

Είναι ευκολότερο να πειστούν οι νέοι να στηρίξουν τις συντάξεις, τις οποίες θα χρειαστούν στο μέλλον, παρά οι μεγαλύτεροι να δεχθούν υψηλότερες δαπάνες για την εκπαίδευση, από την οποία δεν θα ωφεληθούν άμεσα.

Στην πράξη, βέβαια, οι γενιές δεν είναι οικονομικά απομονωμένες: οι συντάξεις μπορεί να αποτελούν μέρος του οικογενειακού εισοδήματος, ιδίως όταν ενήλικα παιδιά εξακολουθούν να ζουν με τους γονείς τους. Αντίστοιχα, η περικοπή των συντάξεων μπορεί να μεταφέρει μεγαλύτερο βάρος φροντίδας στους νεότερους, εργαζόμενους συγγενείς. Η ερευνήτρια Λόρα Σέρα του London School of Economics έχει καταγράψει ακριβώς αυτή την ανησυχία μεταξύ των γενεών εργάσιμης ηλικίας στη Βρετανία.

Δεν έχουμε να κάνουμε με μία αντιπαράθεση ανάμεσα σε νέους και ηλικιωμένους, αλλά με έναν γρίφο για το πώς θα χρηματοδοτηθεί το κοινωνικό μοντέλο σε συνθήκες γήρανσης του πληθυσμού και ασθενικής ανάπτυξης. Η δημοσιονομική στενότητα μπορεί να μετατρέψει τις διαφορετικές ανάγκες σε ανταγωνιστικές διεκδικήσεις, ακόμη κι όταν οι γενιές εξαρτώνται η μία από την άλλη. Το πρόβλημα γίνεται οξύτερο όταν η αύξηση του κόστους δανεισμού περιορίζει τη δυνατότητα των κυβερνήσεων να καλύψουν ταυτόχρονα τις ανάγκες της εκπαίδευσης, της στέγασης, των συντάξεων και της κοινωνικής φροντίδας.

Η εικόνα στη Γαλλία είναι ενδεικτική: την προηγούμενη εβδομάδα, την ώρα που νέοι απέκλειαν σχολεία, διαμαρτυρόμενοι για τις συνθήκες εκπαίδευσης, οι βουλευτές εξέταζαν τον προϋπολογισμό του 2027 και ένα από τα πρώτα μέτρα τους ήταν να διατηρήσουν φορολογική ελάφρυνση για τους συνταξιούχους. Η επιλογή καταδεικνύει τη δυσκολία μετατόπισης πόρων προς τις νεότερες γενιές, ακόμη και όταν οι ανάγκες τους γίνονται ολοένα πιο ορατές.

Σε μια Ευρώπη που γερνά, το πρώτο μέλημα πρέπει να είναι η ανάκτηση επαρκούς αναπτυξιακής δυναμικής, ώστε διαφορετικές γενιές να μην αναγκάζονται να συγκρούονται για αξιοπρεπείς συνθήκες ζωής και ένα όλο και μικρότερο μερίδιο πόρων.

A.N

Διαβαστε επισης