Οικονομία

ΣΠΕΦ: Κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα που λειτουργούν φωτοβολταϊκά πάρκα


Ενόψει των εξαγγελιών του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, ο Σύνδεσμος Παραγωγών Ενέργειας με Φωτοβολταϊκά (ΣΠΕΦ), ζητάει με επιστολή του προς το υπουργείο Οικονομικών και με κοινοποίηση στο υπουργείο Ενέργειας, την άμεση και ολοσχερή κατάργηση του Τέλους Επιτηδεύματος στα νομικά πρόσωπα, ιδίως όσα δραστηριοποιούνται στην ηλεκτροπαραγωγή από φωτοβολταϊκούς σταθμούς.

Ο σύνδεσμος ζητάει να περιληφθεί στις επικείμενες φορολογικές ρυθμίσεις η άμεση και πλήρης κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες, τόσο ως προς την έδρα όσο και ως προς κάθε υποκατάστημα, «ώστε η σχετική ελάφρυνση να αποτυπωθεί στις χρηματορροές των παραγωγών από το έτος 2027, σε εκπλήρωση της κυβερνητικής δέσμευσης».

    Συγκεκριμένα στην επιστολή αναφέρεται ότι:

    «Με το άρθρο 3 του ν. 5162/2024 καταργήθηκε το τέλος επιτηδεύματος για τα φυσικά πρόσωπα ήδη από το ίδιο φορολογικό έτος 2024, διατηρήθηκε όμως για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες. Έτσι, εξακολουθεί να επιβάλλεται ετήσιο τέλος 800 ή 1.000 ευρώ για την έδρα, αναλόγως του πληθυσμού της περιοχής, καθώς και 600 ευρώ για κάθε υποκατάστημα. Μάλιστα, σύμφωνα με την ισχύουσα διάταξη, το τέλος αυτό δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα.

    Πρόκειται για μία πάγια και οριζόντια φορολογική επιβάρυνση, η οποία:

   * δεν συνδέεται με τον κύκλο εργασιών, την κερδοφορία ή τη φοροδοτική ικανότητα της επιχείρησης,

   * επιβάλλεται ακόμη και σε ζημιογόνες επιχειρήσεις ή σε φορείς χωρίς ουσιαστικό εισόδημα,

   * διαφοροποιεί τη φορολογική μεταχείριση της ίδιας οικονομικής δραστηριότητας αποκλειστικά και μόνο με βάση τη νομική μορφή άσκησής της,

   * επιβαρύνει δυσανάλογα τις μικρές και οικογενειακές εταιρείες και ιδίως τις επιχειρήσεις με περισσότερες αποκεντρωμένες εγκαταστάσεις όπως τα φωτοβολταϊκά.

Η στρέβλωση, εν προκειμένω, είναι εξόχως έντονη στον κλάδο των φωτοβολταϊκών. Κάθε παραγωγική εγκατάσταση εκτός της έδρας αντιμετωπίζεται ως υποκατάστημα, ακόμη και όταν πρόκειται για έναν πλήρως αυτοματοποιημένο σταθμό, χωρίς προσωπικό, εμπορικό κατάστημα, έκδοση τιμολογίων ή αυτοτελή διοικητική λειτουργία. Με τον τρόπο αυτό το τέλος πολλαπλασιάζεται ανά εγκατάσταση, χωρίς καμία σύνδεση με την πραγματική οικονομική κατάσταση της επιχείρησης.

Ήδη με την από 24.8.2023 επιστολή του συνδέσμου προς το υπουργείο Οικονομικών αναδείχθηκε η πλέον χαρακτηριστική εκδοχή της στρέβλωσης: ενεργειακές κοινότητες που λειτουργούν αποκλειστικά σχήματα εικονικού ενεργειακού συμψηφισμού για αυτοκατανάλωση, ήτοι χωρίς πώληση ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς κύκλο εργασιών και χωρίς προσπόριση οιουδήποτε εισοδήματος, καλούνταν εντούτοις να καταβάλουν τέλος επιτηδεύματος για την έδρα και τη φωτοβολταϊκή τους εγκατάσταση και τούτο συνεχίζει δυστυχώς ακόμα να ισχύει. Το γεγονός αυτό αποτυπώνει με τον πλέον σαφή τρόπο ότι το τέλος επιτηδεύματος δεν λειτουργεί ως φόρος επί πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας, αλλά ως ανελαστική επιβάρυνση της ίδιας της ύπαρξης του νομικού προσώπου και των παραγωγικών του εγκαταστάσεων.

Σήμερα, το πρόβλημα καθίσταται ακόμη εντονότερο για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις φωτοβολταϊκών, οι οποίες αντιμετωπίζουν αυξανόμενες περικοπές παραγωγής, αρνητικές τιμές στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, πρόσθετα κόστη εκπροσώπησης και εξισορρόπησης, αυξημένο χρηματοοικονομικό κόστος και σημαντικές ανάγκες συντήρησης του εξοπλισμού τους που γηράσκει.

Υπενθυμίζεται, παράλληλα, ότι η σταδιακή μείωση και τελική ολοσχερής κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος αποτέλεσε ρητή κυβερνητική δέσμευση για την παρούσα θητεία της. Παρά ταύτα, για τα νομικά πρόσωπα το τέλος εξακολουθεί να επιβάλλεται στο ακέραιο.

Καθώς λοιπόν βαίνουμε προς το τελευταίο τρίμηνο του 2026, δεν υφίστανται πλέον χρονικά περιθώρια για περαιτέρω μετάθεση της συγκεκριμένης δέσμευσης. Η κατάργηση του τέλους για τα φυσικά πρόσωπα αποτέλεσε μεν ένα πρώτο βήμα, το οποίο πρέπει τώρα να ολοκληρωθεί και για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν υπό εταιρική μορφή.

Για τους λόγους αυτούς ζητούμε την πλήρη και άμεση κατάργηση, ήδη από το φορολογικό έτος 2026, του τέλους επιτηδεύματος που επιβάλλεται στην έδρα και στα υποκαταστήματα των νομικών προσώπων, ιδίως δε εκείνων που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκούς σταθμούς, ώστε η σχετική ελάφρυνση να αποτυπωθεί στις χρηματορροές των παραγωγών από το έτος 2027, σε εκπλήρωση της κυβερνητικής δέσμευσης.

Με βάση την αρίθμηση των κωδικών ΕΔΡΕΘ του ΔΑΠΕΕΠ (νυν Α.Μ.ΑΠΕΣ), εκτιμάται ότι στη χώρα λειτουργούν συνολικά περίπου 33.000 επαγγελματικοί φωτοβολταϊκοί σταθμοί. Ωστόσο, σημαντικός αριθμός αυτών ανήκει σε φυσικά πρόσωπα και, συνεπώς, οι σταθμοί που εκμεταλλεύονται νομικά πρόσωπα είναι αισθητά λιγότεροι. Επιπλέον, βάσει του αρ. 180, του ν. 4972/2022 από το τέλος επιτηδεύματος απαλλάσσονται ήδη από το φορολογικό έτος 2022 τα νομικά και φυσικά πρόσωπα με ακαθάριστα έσοδα έως 2 εκατ. ευρώ, εφόσον αύξησαν κατά τουλάχιστον τρία δωδέκατα (3/12) τον μέσο αριθμό των εργαζομένων τους με σχέση πλήρους απασχόλησης σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.

Κατά συνέπεια, ακόμη και με τον πλέον συντηρητικό υπολογισμό, το δημοσιονομικό κόστος από την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος των υποκαταστημάτων του φωτοβολταϊκού κλάδου δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 20 εκατ. ευρώ ετησίως. Σε αυτό προστίθενται έως 10 εκατ. ευρώ από την κατάργηση του τέλους έδρας, με την παραδοχή ότι τα νομικά πρόσωπα που έχουν ως αποκλειστική δραστηριότητα την εκμετάλλευση επαγγελματικών φωτοβολταϊκών σταθμών δεν υπερβαίνουν τις 10.000. Επομένως, το συνολικό ετήσιο δημοσιονομικό κόστος της αιτούμενης κατάργησης ειδικά για τον φωτοβολταϊκό κλάδο εκτιμάται κατά μέγιστο σε μόλις 30 εκατ. ευρώ, ποσό ιδιαίτερα περιορισμένο σε σύγκριση με τα πρωτογενή πλεονάσματα δισεκατομμυρίων ευρώ που καταγράφει ο κρατικός προϋπολογισμός.

Η υλοποίηση του αιτήματος θα αποτελέσει πράξη συνέπειας προς τις κυβερνητικές δεσμεύσεις, φορολογικής ισονομίας μεταξύ φυσικών και νομικών προσώπων που ασκούν την ίδια δραστηριότητα, καθώς και ουσιαστικής στήριξης της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας και των αποκεντρωμένων επενδύσεων καθαρής ενέργειας, οι οποίες συνεισφέρουν τα μέγιστα στην μείωση του ενεργειακού κόστους, όπως ξεκάθαρα όλοι αναγνωρίζουμε».

Διαβαστε επισης